Αλ. Χαρίτσης: «Δεν θα επιτρέψουμε την κοντόφθαλμη κατασπατάληση του Ταμείου Ανάκαμψης σε έργα βιτρίνας»

Συνέντευξη του τομεάρχη Ανάπτυξης και Επενδύσεων της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Μεσσηνίας, Αλέξη Χαρίτση, στο «CNN Greece»

 

«Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνομιλεί με τη μεσαία τάξη σαν ευκαιριακός Άγιος Βασίλης»

 

  1. Η κυβέρνηση σας κατηγορεί για καταστροφολογία και μηδενιστική αντιπολίτευση σε ό,τι αφορά την πανδημία. Τι απαντάτε;

 

Η καταστροφή δυστυχώς είναι μπροστά μας. Δεν είναι ρητορικό σχήμα. Είναι το αποτέλεσμα της διττής αποτυχίας της κυβέρνησης: αποτυχία στη διαχείριση της πανδημίας, αποτυχία στη θωράκιση της οικονομίας. Η κυβέρνηση θα όφειλε να είναι πιο προσεκτική όταν κατηγορεί για τα πάντα όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό της. Η εικόνα είναι θλιβερή: δεκάδες θάνατοι καθημερινά, τα νοσοκομεία στο όριο της κατάρρευσης, «έξυπνα» μέτρα που δεν αντέχουν ούτε μια βδομάδα και μια ολόκληρη κοινωνία βυθισμένη στην απόγνωση. Αυτό δεν είναι καταστροφολογία ή δυστοπικό σενάριο. Είναι η πραγματικότητα.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξ αρχής κατέθεσε ένα συνεκτικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της πρωτοφανούς συνθήκης στην οποία βρισκόμαστε. Το πρόγραμμα αυτό εκκινούσε από την ανάγκη αποφασιστικής στήριξης του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Είχε στη συνέχεια ως κόμβους την εμπροσθοβαρή στήριξη της οικονομίας με στοχευμένες παρεμβάσεις. Τέλος, περιέγραφε ένα κατεπείγον σχέδιο δράσης με κύριο ζητούμενο τη θωράκιση της κοινωνίας όχι μόνο για όσο διαρκεί η πανδημία, αλλά με ορίζοντα την «επόμενη μέρα».

 

Αυτό δεν είναι μηδενιστική αντιπολίτευση, αντιθέτως είναι στάση υπευθυνότητας απέναντι σε μια χειμαζόμενη κοινωνία. Αυτό που είναι μηδενιστικό είναι ο τρόπος που η κυβέρνηση αντιμετώπισε αυτές τις προτάσεις: αλαζονικά και απαξιωτικά, επιμένοντας να επιμένει ανεύθυνα στον εξωραϊσμό μιας ολοένα και πιο αβίωτης πραγματικότητας.

 

 

  1. Το τελευταίο διάστημα κάνετε έναν κύκλο επαφών με τοπικά επαγγελματικά επιμελητήρια. Ποια είναι η εικόνα που έχετε αποκομίσει για την οικονομική κατάσταση των επαγγελματιών;

 

Θα σας πω τι άκουσα σε μια τελευταία σύσκεψη και μου έκανε εντύπωση: «εμείς αν συνεχίσει αυτό, τελειώσαμε». Ήταν μια φράση που είχα να ακούσω από τα χρόνια της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Προφανώς υπάρχει απαισιοδοξία. Αλλά πλέον υπάρχει και αγανάκτηση. Αγανάκτηση που προκύπτει από το κυβερνητικό σίριαλ «Παλινωδίες και Αυτοδιαψεύσεις» με τα αντιφατικά μέτρα, το μπρος-πίσω στις υποσχέσεις, τα αιφνιδιαστικά «άνοιξε-κλείσε».

 

Ποιοι πλήττονται πιο πολύ; Η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας: μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κρίσιμοι κλάδοι -όπως ο τουρισμός και η εστίαση-, ενώ το λιανεμπόριο είναι πια σε οριακή κατάσταση. Μια κατάσταση που επηρεάζει χιλιάδες επιχειρήσεις και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους.

 

Πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν μείνει εκτός των επιστρεπτέων προκαταβολών – και όσοι τις έλαβαν μιλάνε για δάνεια – κοροϊδία συγκριτικά με τις υποχρεώσεις που έχουν συσσωρεύσει μετά από μήνες μηδενικών εσόδων – ενώ μόλις 1 στις 8 εντάχθηκε στα προγράμματα των Περιφερειών. Την ίδια στιγμή, η πρωτοφανής πρόσβαση που έχουν οι ελληνικές τράπεζες σε ρευστότητα, που αγγίζει τα 50 δισ. έως και με αρνητικά επιτόκια, έχει κατευθυνθεί κατά κύριο λόγο σε ελάχιστους πολύ μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

 

Το μήνυμα της αγοράς είναι ξεκάθαρο. Για να  επαναλειτουργήσουν οι επιχειρήσεις, πρέπει να στηριχθούν αποφασιστικά. Ζητάνε την μετατροπή της επιστρεπτέας προκαταβολής σε μη επιστρεπτέα ενίσχυση. Την στήριξη των θέσεων και σχέσεων εργασίας με επιδότηση του ασφαλιστικού και μισθολογικού κόστους. Να μεριμνήσει η κυβέρνηση ώστε η πρωτοφανής πρόσβαση των τραπεζών σε ρευστότητα να φτάσει στην πραγματική οικονομία. Να υλοποιήσει, έστω και τώρα, στοχευμένα κλαδικά και περιφερειακά προγράμματα ουσιαστικής στήριξης, με έμφαση στις πιο μικρές επιχειρήσεις. Και να υπάρξει ρύθμιση των χρεών της πανδημίας, με πρόβλεψη για «κούρεμα» του αρχικού κεφαλαίου.

Αυτά φυσικά όταν τα ακούει η κυβέρνηση τα απορρίπτει ως «προτάσεις του ανεύθυνου ΣΥΡΙΖΑ». Μάλλον τα έχει μπερδέψει. Η ίδια με ανεύθυνο τρόπο δεν ακούει καν τη φωνή της πραγματικής -και παραγωγικής- ελληνικής οικονομίας.

 

  1. Υπάρχουν όμως χρήματα για να δοθεί μεγαλύτερη οικονομική ενίσχυση; Πού θα βρεθούν αυτά τα ποσά;

 

Η χώρα μας διαθέτει τις  χρηματοδοτικές δυνατότητες για να στηρίξει ουσιαστικά την οικονομία, χάρη στην άρση των δημοσιονομικών περιορισμών του Συμφώνου Σταθερότητας, την ρευστότητα που παρέχει η ΕΚΤ στις τράπεζες και τα ταμειακά διαθέσιμα των 37 δισ. που δημιούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ – η πρώτη κυβέρνηση που άφησε γεμάτα ταμεία, εν μέσω μάλιστα εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών.

Οι δυνατότητες αυτές δεν είναι βεβαίως απεριόριστες, ενώ είναι πολύ πιθανό να εκλείψουν όταν η ευρωπαϊκή οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει και εφόσον η ευρωπαϊκή ηγεσία κάνει το στρατηγικό λάθος να επιλέξει την επιστροφή στη «δημοσιονομική ορθοδοξία».

 

Για αυτό και εξαρχής επιμείναμε στην στοχευμένη και άμεση αξιοποίησή τους ώστε να έχουν την μέγιστη προστιθέμενη αξία. Αντί όμως για ένα συνεκτικό σχέδιο, βλέπουμε την κυβέρνηση να εφαρμόζει τα οποία μέτρα στήριξης αποσπασματικά, εκ των υστέρων και μόνο υπό το βάρος των κοινωνικών αντιδράσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι εξαγγελίες της για προγράμματα ενίσχυσης της εστίασης και του τουρισμού, ενώ μόλις λίγους μήνες πριν απαξίωνε τις σχετικές  προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Έπρεπε να μπουν τα πρώτα λουκέτα στην εστίαση και να έχουμε το περσινό φιάσκο στον τουρισμό για να αποφασίσει η κυβέρνηση την στήριξη αυτών των κομβικών για την οικονομία μας κλάδων;

 

Υπάρχει ένα παράθυρο ευκαιρίας για να διασωθεί η οικονομία και να τεθούν τα θεμέλια για την αυριανή ανάκαμψη και αυτό φαίνεται να το χάνει η κυβέρνηση. Τα αργοπορημένα μέτρα, όχι μόνο θα κοστίσουν πολλαπλάσια, αλλά δεν έχουν και νόημα αν οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοί έχουν ήδη καταρρεύσει.

 

Εκτός αν αυτός είναι ο στόχος του κ. Μητσοτάκη και της κυβέρνησής του. Η εκκαθάριση της οικονομίας από τα «βαρίδια», όπως οι ίδιοι τις χαρακτηρίζουν, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και η διάλυση της εργασίας. Αυτό για παράδειγμα ήταν το πνεύμα της πολυδιαφημισμένης έκθεσης Πισσαρίδη. Οι επιδιώξεις αυτές οδηγούν την κυβέρνηση στην πολιτική της, όχι η έλλειψη πόρων.

 

  1. Γίνεται πολύς λόγος για τα ανοίγματα του ΣΥΡΙΖΑ στη μεσαία τάξη. Γιατί πιστεύετε ότι τώρα μπορούν να σας ακούσουν αυτοί που σας είχαν γυρίσει την πλάτη στις εκλογές;

 

Στις εκλογές του 2019 τα μεσαία στρώματα πίστεψαν στις προεκλογικές μεγαλόστομες διακηρύξεις της Νέας Δημοκρατίας για απογείωση της οικονομίας, μείωση φόρων και φρενήρεις ρυθμούς ανάπτυξης. Αντί αυτών, γνώρισαν την προσβολή του «σκοιλ ελικίκου», τη διάψευση των υποσχέσεων, την οικονομική δυσπραγία, το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ λίγων ισχυρών και της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Όλα αυτά όχι μόνο ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας, πανδημικής κρίσης, αλλά περισσότερο εξ αιτίας της κυβερνητικής στρατηγικής να μην στηρίξει αποφασιστικά τον κόσμο της εργασίας, τους επιστήμονες, αυτοαπασχολούμενους, τους μικρούς επιχειρηματίες στη δύσκολη αυτή συνθήκη.

 

Θα ήθελα να προσθέσω και κάτι ακόμα. Συχνά μιλάμε για τη μεσαία τάξη -έναν όρο έτσι και αλλιώς γενικευτικό- μόνο μέσα από το πρίσμα της οικονομίας. Είναι μια στενή ανάγνωση. Νομίζω ότι μια κύρια διάψευση που γνωρίζουν τα μεσαία στρώματα είναι αυτή της εσφαλμένης -όπως αποδεικνύεται- προσδοκίας ότι η Νέα Δημοκρατία θα πρέσβευε όσα πρεσβεύει ένα σύγχρονο κόμμα της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς. Αυτό που βλέπουμε είναι ένας αυταρχικός κατήφορος, ο ασφυκτικός έλεγχος των ΜΜΕ, η ταύτιση της χώρας μας με την Ουγγαρία του Όρμπαν.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνομιλεί με τα μεσαία στρώματα σαν ένας ευκαιριακός Άγιος Βασίλης. Φιλοδοξούμε η δική μας πρόταση να απευθύνεται στα πιο δυναμικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας μέσα από μια οικονομική και κοινωνική αντίληψη που προτάσσει την ανάγκη κανόνων, ισονομίας και δίκαιης κατανομής βαρών και ωφελειών που οδηγούν στη συλλογική ασφάλεια, στην κοινωνική θωράκιση, στη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος. Είναι μια πρόταση διεξόδου από το οικονομικό τέλμα -όπως με την πρότασή μας για την τόσο αναγκαία ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους- και πρόσβασης σε ένα σύγχρονο, δημόσιο και καθολικό σύστημα υγείας, παιδείας και ασφάλισης.

 

 

  1. Πάμε τώρα στο Ταμείο Ανάκαμψης. Πότε πιστεύετε ότι θα αρχίσουν να έρχονται τα χρήματα; Τι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση που δεν το κάνει;

 

Οι πρόσφατες περιπλοκές με το Ταμείο Ανάκαμψης υπογραμμίζουν το αυτονόητο: ότι δεν μπορεί μια οικονομία με τεράστια δομικά αλλά και τρέχοντα προβλήματα να πορεύεται με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το «υπομονή, τα λεφτά έρχονται και θα σωθούμε». Η κυβέρνηση δυστυχώς αυτό κάνει.

 

Αυτό που δεν κάνει είναι να προτείνει ένα συνεκτικό, ολοκληρωμένο σχέδιο για την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης. Κανένας σχεδιασμός για το πώς οι σημαντικοί αυτοί πόροι θα διαχυθούν στο σύνολο της κοινωνίας. Για τον τρόπο που θα  υποστηριχθούν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις κατά την αναγκαία προσαρμογή τους στην πράσινη και ψηφιακή οικονομία. Για την συνδυαστική αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης με άλλες χρηματοδοτικές πηγές, όπως το νέο ΕΣΠΑ – η οποία σαφώς υπονομεύεται από την απόφαση της κυβέρνησης να αναθέσει την διαχείριση των δύο ταμείων σε διαφορετικά υπουργεία. Ενώ η ανακοίνωση του πρωθυπουργού, ότι περιμένει ώριμα έργα από ιδιώτες για να τα χρηματοδοτήσει μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: Διαθέτει αυτή η  κυβέρνηση σοβαρό αναπτυξιακό όραμα για τα επόμενα χρόνια ή επαφίεται στις όποιες ιδιωτικές πρωτοβουλίες;

 

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι επικρατεί μια λογική μυστικοπάθειας και παντελούς έλλειψης διαβούλευσης. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν έχει εμπλακεί σε δημοκρατικό διάλογο με πολιτικά κόμματα, θεσμικά όργανα και φορείς, όπως γίνεται αυτή την περίοδο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά προετοιμάζει κυριολεκτικά εν κρυπτώ τις προτάσεις της για το Ελληνικό Σχέδιο. Έχουμε φτάσει στο σημείο να πληροφορούμαστε για τις κυβερνητικές προτάσεις από δημοσιεύματα στον ξένο τύπο. Πρόσφατα η Βουλή ενημερώθηκε για την πρόθεση της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης μεγάλα οδικά έργα, αφού η ένταξή τους απορρίφθηκε από την Κομισιόν.

 

Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί για πρώτη φορά μια απόφαση αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν μπούμε να επιτρέψουμε την κοντόφθαλμη, συγκυριακή κατασπατάληση του σε έργα βιτρίνας, προς όφελος λίγων και ισχυρών – όπως έχουμε δει να γίνεται στο παρελθόν από τις κυβερνήσεις του παλιού δικομματισμού.

 

Το αντίθετο. Εμείς το αντιμετωπίζουμε ως μια μεγάλη ευκαιρία για να σχεδιάσουμε τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας στην μετα-COVID εποχή σε ένα παραγωγικό μοντέλο βιώσιμο, δίκαιο και ανθεκτικό.

No Comments Yet

Comments are closed