Η περίεργη γραμμή του ΔΝΤ απέναντι σε ΕΚΤ, ESM και Kομισιόν για την Ελλάδα

Η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα ήταν ιδιαιτέρως αυστηρή για την Ελλάδα. Αν και υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις.

Το ΔΝΤ τοποθετούνταν υπέρ μιας μείωσης του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων, βασιζόμενο όμως σε διαφορετικές παραδοχές από ότι η ΕΕ, μιλώντας για χαμηλές αναπτυξιακές και δημοσιονομικές προοπτικές. Το Ταμείο έδωσε επίσης και ένα «δώρο» στην Αθήνα, την πρότασή του για τη δημιουργία ενός «μηχανισμού εξομάλυνσης» ή «smoothing mechanism” όπως τον αναφέρει. Δηλαδή της έγκρισης του δικαιώματος μεταφοράς υπερπλεονασμάτων ανάμεσα στα έτη, τον οποίο αποδέχτηκε θετικά στην απάντηση της η Ελληνική πλευρά…

Παρόλα αυτά, η χθεσινή έκθεση στο σύνολο της ήταν ιδιαιτέρως αρνητική σε σχέση με αυτό που είχε συνηθίσει να ακούει το τελευταίο διάστημα από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο η Ελλάδα.

Το αρνητικό κλίμα ήταν αναμενόμενο σε πολύ μεγάλο βαθμό μετά την τοποθέτηση του επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ταμείου Πολ Τόμσεν στο περιθώριο της φθινοπωρινής συνόδου του ΔΝΤ. Άλλωστε, οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ θεωρούν ότι ο κύριος Τόμσεν είναι και ο άνθρωπος – κλειδί πίσω από τους αυστηρούς τόνους του νέου report του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Υπογράφοντας ενδεχομένως για τελευταία φορά ετήσια έκθεση του Ταμείου για την Ελλάδα (σ.σ. υπό το πρίσμα ότι θεωρείται εξαιρετικά πιθανό έως την άνοιξη του 2020 να αποχωρήσει από την εν λόγω θέση), έδωσε το στίγμα του. Θυμίζοντας εκθέσεις του παρελθόντος  όταν το ΔΝΤ συμμετείχε με πρόγραμμα στην χώρα μας και τα τετ α τετ στο Βερολίνο λάμβαναν χώρα παράλληλα με τις επίσημες διαπραγματεύσεις  για τις τότε αξιολογήσεις.
Αρμόδιες πήγες συνδέουν το αυστηρό ύφος της νέας έκθεσης και με την αλλαγή φρουράς στο τιμόνι του ΔΝΤ:  την αποχώρηση της Κριστίν Λαγκάρντ που ανέλαβε πλέον επισήμως στην ΕΚΤ,  η οποία είχε γνώση του Ελληνικού ζητήματος.

Φανερώνονται όμως και οι διαφορές ανάμεσα στην πολιτική στάση του ΔΝΤ και σε αυτή των υπόλοιπων θεσμών:  της ΕΚΤ,  της Κομισιόν, ακόμα και του ESM.
Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσφάτως ξεκαθάρισε ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι της Ελλάδος θα καταστούν εφικτοί όχι μόνο για φέτος αλλά και για το 2020 και το 2021, κάτι με το οποίο διαφωνεί ευθέως το Ταμείο. Διαφωνεί και σε επίπεδο έκθεσης βιωσιμότητας του χρέους την οποία συντάσσει εκ μέρους της ΕΕ  ο ESM,  προβαίνοντας σε πάρα πολύ συντηρητικές εκτιμήσεις για τη βελτίωση του κόστους δανεισμού (από το 2,8% στo 2,4%), παρά τις μεγάλες αλλαγές στην αγορά ομολόγων.  Διαφωνίες εκφράζονται και στο τραπεζικό πεδίο και στην επάρκεια των παρεμβάσεων που έχουν ληφθεί για τη στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας…

Πληροφορίες ανέφεραν ότι η «πένα» του  Πολ Τόμσεν ήταν… εμφανής στο «ντραφτ» που διακινήθηκε από τις αρχές του Νοεμβρίου μεταξύ των κυβερνητικών στελεχών προκειμένου να συντάξουν τις παρατηρήσεις τους. Το εν λόγω κείμενο ήταν πιο σκληρό στη «γλώσσα» που χρησιμοποιούσε από την αρχική τεχνοκρατική θέση των εκπροσώπων του ΔΝΤ όπως αποτυπώθηκε κατά την αναχώρηση τους από την Αθήνα στο τέλος Σεπτεμβρίου.

Αρμόδιες διαπραγματευτικών πήγες δίνουν όμως έμφαση και στις νέες «αποκαλύψεις» για τις θέσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΝΤ το οποίο συνεδρίασε την προηγούμενη Τετάρτη για την Ελληνική έκθεση και ενσωματώθηκαν στις ανακοινώσεις που έλαβαν χώρα χθες. Δηλαδή για την θέση κρατών – μελών κατά μίας μείωσης των πλεονασμάτων.

Η αναφορά για το νέο «εργαλείο»

Το ΔΝΤ αναφέρεται σε έναν μηχανισμό εξομάλυνσης (σ.σ. μεταφοράς υπέρ – πλεονασμάτων ανάμεσα στα έτη) που θα επιτρέπει προσωρινές αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους σε περίπτωση σοκ». Η ελληνική πλευρά στην απάντησή της μέσω του εκπροσώπου της στο Ταμείο Μιχάλη Ψαλιδόπουλου  αναφέρει ότι οι ελληνικές αρχές «καλωσορίζουν την άποψη της έκθεσης ότι οι στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα  πρέπει να μειωθούν αλλά και ότι ένας μηχανισμός εξομάλυνσης μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή ώστε να επιτρέπει προσωρινές αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους».

Σύμφωνα με πληροφορίες, στόχος είναι ένα υπερπλεόνασμα να μην «χάνεται» οδεύοντας για τη μείωση του χρέους, όπως συμβαίνει τώρα (σ.σ. γιατί απαγορεύεται από τους κανόνες της ΕΕ  η μεταφορά εσόδων σε επόμενο έτος) αλλά να δοθεί αυτή η εξαίρεση. Δηλαδή, να χρησιμοποιείται ως έσοδο την επόμενη χρονιά χωρίς να επηρεάζεται το μαξιλάρι διαθεσίμων.  Έτσι, θα βοηθά και σε καλύτερο προγραμματισμό, χωρίς να αλλάζει ο δημοσιονομικός στόχος αλλά και δίχως βεβιασμένες αποφάσεις στο τέλος του έτους για παροχές που δεν θα έχουν το ίδιο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα ή που θα δημιουργούν την «προσδοκία» μετατροπής τους σε μόνιμες παροχές (πχ μόνιμα οριζόντια μερίσματα).

Εκτός στόχου

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο λοιπόν επαναλαμβάνει τη πάγια θέση του για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, βελτιώνει οριακά τις προβλέψεις για ανάπτυξη το 2020 (από 2,2% σε 2,3%), αλλά διαφωνεί με την Ελληνική θέση (που επικυρώνει πάντως η Κομισιόν), εκτιμώντας πως το 2020 αλλά και τα επόμενα χρόνια ο δημοσιονομικός στόχος δεν θα γίνει εφικτός.

Προβλέπει επίσης πολύ χαμηλές μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες για την Ελλάδα ( διατηρεί τον πήχη στο 1,9% προβλέποντας μάλιστα ότι αν επιτευχθεί πλήρως ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων η ανάπτυξη και πάλι θα έχει θα τρέχει με ρυθμό 1,4%).  Παραγνωρίζει επίσης – σε μεγάλο βαθμό – την μεγάλη αναστροφή του κλίματος στις αγορές ομολόγων υπολογίζοντας ότι σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις του το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα από το 2,8% έχει περιοριστεί μόνο οριακά, στο 2,4%. Και υπό αυτές τις συνθήκες συνεχίζει να θέτει θέμα βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αποκρυσταλλώνοντας έτσι μία ακόμα εστία διαφωνίας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης επισημάνσεις για τις μεταρρυθμίσεις, ζητά κατάργηση της προστασίας 1ης κατοικίας και αλλαγή μείγματος πολιτικής. Κριτική ασκεί και για το εργασιακό, επιμένοντας στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στην μείωση της δαπάνης για συντάξεις ώστε να αλλάξει το «μείγμα» πολιτικής και να γίνει πιο αναπτυξιακό.

Επισημαίνεται επίσης ότι οι  αδύναμοι ισολογισμοί των τραπεζών δρουν ως εμπόδιο στις προοπτικές ανάπτυξης και κρίνεται ανεπαρκές το νομικό πλαίσιο περί αφερεγγυότητας αλλά και αναποτελεσματικό το ποσοστό επιτυχίας των ηλεκτρονικών δημοπρασιών. Αναφέρεται και ότι οι εκδόσεις ομολόγων και το πακέτο ελάφρυνση του χρέους αύξησαν το μαξιλάρι διαθεσίμων σε 32 δισ. ευρώ (17% του ΑΕΠ) αλλά το ΔΝΤ  εκτιμά ότι θα μειωθεί το απόθεμα αυτό κατά 19 δισ. ευρώ έως το 2024.

Η θέση της Αθήνας

Η απάντηση της Αθήνας, η οποία ήρθε δια στόματος του Έλληνα εκπροσώπου στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο Μιχάλη Ψαλιδοπούλου και της επιστολής την οποία – ως είθισται – ανακοινώνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενσωματώνοντας τη στην έκθεση του ήταν οξεία. Ανέφερε ότι  η έκθεση του Ταμείου δίνει έμφαση υπερβολικά πολύ στο παρελθόν και σε προκλήσεις και υποτιμά τις θετικές πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες βελτιώνουν σημαντικά τις προοπτικές – τόσο τις βραχυπρόθεσμες όσο και τις μεσοπρόθεσμες – της Ελληνικής οικονομίας.

Καλείται μάλιστα το Ταμείο στις επόμενες εκθέσεις του να προχωρεί σε πολύ πιο ισόρροπη αποτίμηση και να δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στο μέλλον.
Αναφέρεται σε περιγραφές του Ταμείου που είναι ανακριβείς και δεν συνιστούν μια ισορροπημένη εκτίμηση των οικονομικών εξελίξεων στην Ελλάδα κατά την εποχή του προγράμματος.  Η ελληνική πλευρά εκτιμά επίσης ότι η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους από το ΔΝΤ «είναι εξαιρετικά απαισιόδοξη, διότι δεν λαμβάνει υπόψη την εντονότατη μείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και των επιτοκίων δανεισμού που παρατηρήθηκαν τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες και ειδικότερα τους τελευταίους τρεις μήνες».

No Comments Yet

Comments are closed