Η οικονομία καίει κόμματα

Ραβανός Άρης

του Άρη Ραβανού

Πολιτικός συντάκτης στις εφημερίδες: Βήμα & Νέα

Στην αρχή του καλοκαιριού το 2018, η κυβέρνηση «μέτραγε» τη φθορά του «Mακεδονικού» και υπολόγιζε ότι στην αρχή του περασμένου φθινοπώρου, με το τέλος των μνημονίων και τις οικονομικές ευκαιρίες που υποτίθεται θα δημιουργούσε, θα μπορούσε όχι μόνο να ξεπεράσει το κύμα αμφισβήτησης, αλλά και να διαμορφώσει ισχυρή βάση εκλογικής ανάκαμψης.

Μεσολάβησε ωστόσο η φονική πυρκαγιά στο Μάτι, τα τραγικά αποτελέσματα της οποίας ενίσχυσαν το κλίμα αμφισβήτησης και αναίρεσαν σε μεγάλο βαθμό τα όποια ευεργετήματα από την «ελευθέρωση» της οικονομίας.

Όπως πάντα, έτσι και τώρα, η πραγματική ζωή αποδεικνύεται πιο σύνθετη και ικανή να ξεπερνά τα όποια σχέδια, τα οποία δοκιμάστηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Αυτό αποτυπώθηκε σε όλες τις έρευνες από το φθινόπωρο του 2018 έως και την Κυριακή των ευρωεκλογών.

Η ανάκαμψη του κυβερνώντος κόμματος υπήρξε για μικρό χρονικό διάστημα, ως ένα βαθμό, τόσο αναιμική όσο και κατώτερη των προσδοκιών. Η νεοδημοκρατική πρωτιά δεν αμφισβητήθηκε από καμία έρευνα, παρά μόνο η έκτασή της και η δυνατότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να επιτύχει αυτοδυναμία. Αυτό είναι και το ζητούμενο, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, στο δρόμο προς τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές.

Εντρυφώντας στα ενδότερα των δημοσκοπήσεων διαπιστώνει κανείς ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν επηρέασε και ιδιαίτερα το εκλογικό σώμα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ήταν μια υπόθεση της ευρύτερης δεξιάς παράταξης.

Το συγκεκριμένο θέμα φάνηκε τελικά ότι επηρέασε περισσότερο τις ανακατανομές εντός της ευρύτερης Κεντροδεξιάς, επιτρέποντας στον Κυριάκο Μητσοτάκη να διεκδικεί ψηφοφόρους που είχαν μετατοπιστεί δεξιότερα της ΝΔ, παρά οτιδήποτε άλλο. Αυτό φάνηκε και από την διάλυση των ΑΝΕΛ που δεν κατεβαίνουν στις εκλογές, την μεγάλη πτώση της Χρυσής Αυγής, την εκλογική ανυποληψία σχηματισμών, όπως ο ΛΑΟΣ, η Νέα Δεξιά, κ.α.

Επί της ουσίας, παρά τα περί αντιθέτου εκτιμώμενα, δεν ήταν η Συμφωνία των Πρεσπών αυτή που έκρινε στο τέλος τη στάση και την κομματική επιλογή της πλειονότητας των ψηφοφόρων στις ευρωεκλογές και αυτό θα γίνει, όπως προκύπτει από τις μετρήσεις, και στις εθνικές εκλογές.

Εάν κανείς αποτιμήσει ψύχραιμα τα εκλογικά δεδομένα και εντρυφήσει στις μετρήσεις και στα ποιοτικά στοιχεία των exit polls θα διαπιστώσει ότι κυρίαρχο παραμένει στην ελληνική κοινωνία το θέμα της οικονομίας.

Το κύριο είναι οι αγωνίες των ψηφοφόρων που πηγάζουν από την κατάστασή της για τις δουλειές, τους φόρους και τα εισοδήματα βρίσκονται στο κέντρο της προσοχής της πλειονότητας των πολιτών. Δεν ήταν τυχαίο ότι περίπου το 50% των ερωτώμενων στις έρευνες αναδείκνυε την οικονομία ως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους ίδιους και τη χώρα.

Και αυτό ήταν και το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ, η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, την οποία «ανακάλυψαν» τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος μετά την μεγάλη ήττα των ευρωεκλογών.

Πράγμα που σημαίνει ότι στο γήπεδο της οικονομίας θα κριθούν, κατά κύριο λόγο, οι προσεχείς εκλογές. Οι Ελληνες για ακόμη μία φορά αναμένεται να ψηφίσουν με γνώμονα την οικονομική τους θέση και τις προσδοκίες που μπορεί να διαμορφώσει το ένα ή το άλλο κόμμα για τη βελτίωσή της.

Στο γραφείο του Τζέιμς Καρβάιλ, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην καμπάνια του Μπιλ Κλίντον για την προεδρία των ΗΠΑ το 1992, υπήρχαν κρεμασμένα τρία μικρά πινακάκια με τις εξής φράσεις-κλειδιά: «η οικονομία, ηλίθιε» (the economy stupid).

Κοινώς, με το χέρι στην τσέπη θα ψηφίσουν οι πολίτες. Άλλοι τιμωρώντας και άλλοι προσδοκώντας, ή και τα δύο μαζί.

No Comments Yet

Comments are closed