Για την Θεσσαλονίκη των ανθρώπων της

Μπαρμπουτίδης Κωνσταντινος

του Κωνσταντίνου Μπαρμπουτίδη

Πολιτικός Μηχανικός, MSc, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

Με νωπή την διοργάνωση του ‘1ου Αναπτυξιακού Συνεδρίου Θεσσαλονίκης’ στο Δημαρχιακό Μέγαρο της πόλης μας και εν αναμονή του ‘Περιφερειακού Συνεδρίου Κεντρικής Μακεδονίας’, δράττομαι της ευκαιρίας να συνεισφέρω στον Δημόσιο Διάλογο κάποιες σκέψεις, άλλες βασισμένες στην πρόσφατη αρθρογραφία μου, -όπου είχα διερευνήσει δύο εκ των σημαντικότερων θεμάτων για την προοπτική και το μέλλον της πόλης, την ανάπτυξη ενός οικοσυστήματος μεταφορικών υποδομών και τον ανασχεδιασμό του Εθνικού Εκθεσιακού Φορέα της Δ.Ε.Θ.- και άλλες, ερειδόμενος στις διαπιστώσεις διαπρεπών προσωπικοτήτων.

ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ LOGISTICS

Η στρατηγικής σημασίας θέση της Ελλάδος, κληροδοτεί μοναδικά πλεονεκτήματα στην παγκόσμια Εφοδιαστική Αλυσίδα, που την καθιστούν διαμετακομιστικό κέντρο των Βαλκανίων και της Ευρώπης. Η ολοκλήρωση των βασικών οδικών αξόνων, σε συνδυασμό με την έναρξη σχεδιασμού της «Σιδηροδρομικής Εγνατίας» δημιουργούν υψηλές προσδοκίες, αλλά και κινδύνους, θέτοντας, με επιτακτικό τρόπο, την απαίτηση ενός ολιστικού σχεδιασμού.

Στον σχεδιασμό αυτό, η Θεσσαλονίκη υπέχει την θέση ενός κρίσιμου πόλου στο Εθνικό Σύστημα Logistics με σημαντικές προοπτικές αξιοποίησης και ανάδειξής της ως μίας εκ των δύο ολοκληρωμένων πυλών εισόδου/εξόδου, με υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας.

Η αξιοποίηση του λιμένα και του αεροδρομίου, η ολοκλήρωση των κάθετων αξόνων της Εγνατίας Οδού, η ανάπτυξη του εμπορευματικού κέντρου στο στρ/δο Γκόνου, η Σιδηροδρομική Εγνατία, ίσως και η διερευνητική μελέτη της πλωτής σύνδεσης με την Κεντρική Ευρώπη, δημιουργούν ένα ‘εντυπωσιακό’ μίγμα υποδομών (δίχως να παραβλέπουμε τον ιδιαίτερο γεωπολιτικό ρόλο των ενεργειακών δικτύων) που γεννούν μία μοναδική ευκαιρία εκπλήρωσης του γεωστρατηγικού ρόλου της Θεσσαλονίκης, για την ανάπτυξη της Βόρειας Ελλάδας.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΔΕΘ

Σε αυτό το διαμορφούμενο περιβάλλον καλείται να λειτουργήσει και η Δ.Ε.Θ., απαντώντας σε ένα ερώτημα που προκύπτει αβίαστα, όσο και ‘βασανιστικά’, για τον ρόλο που θα επιλέξει να διαδραματίσει. Η απόφαση φαίνεται να είναι ειλημμένη με την προώθηση και την έγκριση του Master Plan της διπλής ανάπλασής της. Σε άλλη ανάγνωση τούτο θα μπορούσε να σημαίνει την ‘αρμονική’ συμβατότητα διεθνών επαγγελματικών εκθέσεων και επιχειρηματικών συναντήσεων με πολιτικές συγκεντρώσεις, συναυλίες όλων των απαιτήσεων, ρεκόρ Γκίνες, υπαίθρια ‘δρώμενα’ και ότι άλλο θα μπορούσε να ενταχθεί στην ‘πολυ-πολιτισμική κουλτούρα’ της πόλης.

Πολλά τα ερωτήματα ωστόσο… Είναι άραγε συμβατή με τα νέα δεδομένα, η περιχαράκωση στην λύση της παραμονής της ΔΕΘ στο κέντρο της πόλης και η συνδυαστική αναβάθμιση του χώρου; Θα μετεξελιχτεί σε έναν σύγχρονο, ουσιαστικά και όχι κατ’ ευφημισμό, φορέα διεθνούς εμβέλειας; Εν τέλει, θα ενταχθεί οργανικά στους πρωτοπόρους της οικονομικής, επιχειρησιακής αλλά και πνευματικής τοπολογίας ή θα παρακολουθεί τις εξελίξεις εγκλωβισμένη σ’ έναν μεγαλεπήβολο ναρκισσιστικό ‘επαρχιωτισμό’;

Ο εκσυγχρονισμός των υφιστάμενων υποδομών, όσο ‘έξυπνα’ και ‘ευρηματικά’ εάν πραγματοποιηθεί, δεν παύει να υπόκειται σε αντικειμενικούς περιοριστικούς παράγοντες σχεδιασμού, με αντίκτυπο στην ποσότητα και την ποιότητα των φιλοξενούμενων εκθετών και γεγονότων. Η συμβατότητα και συνδυαστικότητα των παραπάνω χρήσεων, όσο θεμιτή και εφικτή αν είναι άλλο τόσο υπονομεύει τον στρατηγικό στόχο που οφείλει να έχει ένας Διεθνής Εκθεσιακός Φορέας: την παροχή υψηλού επιπέδου, υπερσύγχρονων εγκαταστάσεων δίχως συμβιβασμούς σε μέγεθος ή άνεση, με άνετη και εύκολη πρόσβαση από ένα σύγχρονο δίκτυο μεταφορικών υποδομών, στρατηγικά χωροθετημένο στις παρυφές ή εκτός του αστικού ιστού, πλησίον των κύριων μεταφορικών πυλών εισόδου/εξόδου.

Η αποσύνδεση της εκθεσιακής λειτουργίας από τις υπόλοιπες χρήσεις και η μετεγκατάστασή της σε έναν νέο χώρο που θα πληροί τις σύγχρονες απαιτήσεις σχεδιασμού, είναι η μόνη και απόλυτη προϋπόθεση για την διοργάνωση εκθέσεων διεθνούς κύρους, υψηλής προστιθέμενης αξίας, που θα ανταποκρίνονται στο όραμα της λειτουργίας της ΔΕΘ ως μοχλού ανάπτυξης όχι μόνο της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιφέρειας αλλά και ολόκληρης της χώρας.

ΟΡΑΜΑ-ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

Οι προηγούμενες διαπιστώσεις αποτελούν πρώτες προσεγγίσεις ενός συνολικού ζητήματος που θα πρέπει πρωτίστως να οριοθετηθεί και τούτο δεν είναι άλλο από το μέλλον της πόλης και την θέση της στο εθνικό και διεθνές ‘γίγνεσθαι’, το ‘όραμα’ που θα υπηρετηθεί. Στο σημείο αυτό, ανακαλώντας ορισμούς της Διοικητικής Επιστήμης, θα ήταν σκόπιμο να θυμίσουμε ότι όραμα είναι η ‘εξισορροπημένη διαφορά μεταξύ του ονείρου και της σημερινής πραγματικότητας’.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο συνεπώς -ακροβατώντας μεταξύ πραγματισμού και προοδευτικής στοχοθεσίας- θα πρέπει να ενταχθούν οι επιμέρους δράσεις για να οδηγήσουν σε ουσιαστικές κατακτήσεις.

Διότι μπορεί, για παράδειγμα, να επιδαψιλεύει επαίνους η ιδέα της δημιουργίας ενός ψηφιακού/τεχνολογικού Κέντρου Καινοτομίας, ωστόσο κάτι τέτοιο μοιάζει οξύμωρο μόλις αναλογιστεί κάποιος ότι η χώρα βρίσκεται στην τελευταία θέση της κατάταξης των 28 χωρών-μελών της Ε.Ε., σε σχέση με τον δείκτη ‘ψηφιακής ωριμότητας’. Αντί, συνεπώς, οι στόχοι να ετεροκαθορίζονται από τον ‘θόρυβο’ που προκαλούν ‘μαρκετίστικες’ τεχνικές προώθησης υπηρεσιών και ‘αρεστότητας’, θα είναι πιο χρήσιμο να ανταποκρίνονται σε ρεαλιστικούς παράγοντες σχεδιασμού. Ασφαλώς το μέλλον βρίσκεται (και) στην ψηφιακή οικονομία, αρκεί να διερευνηθούν οι πραγματικές ευκαιρίες και οι προτεραιότητες.

Η χρονική συγκυρία για τη Θεσσαλονίκη δείχνει να είναι εξαιρετική. Όπως τονίστηκε από εισηγητές του συνεδρίου, «η πόλη παύει πλέον να γυρνά την ‘πλάτη’ στα Βαλκάνια και, κατ’ επέκταση στην Ευρώπη, και ανοίγει την αγκαλιά της για να υποδεχθεί οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και ιστορικές εισροές». Ίσως, το πλέον σημαντικό δεν είναι να εντοπιστούν οι επιμέρους στόχοι, κάποιοι από τους οποίους, ήδη, αναφέρθηκαν αλλά να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την ανάδειξη του ‘προσωπικού’, που θα οραματιστεί, θα σχεδιάσει και θα υλοποιήσει, προσθέτοντας στην ‘εξίσωση’ πρωτότυπες, ‘εξωσυμβατικές’ αλλά ουσιαστικές ιδέες σχεδιασμού.

Να απεγκλωβιστεί η πόλη από ανθρώπους που έχουν αναπτύξει μία χρόνια, σχεδόν ‘δημοσιο-υπαλληλική’ σχέση με τους φορείς εξουσίας, διαμορφώνοντας πλαίσια σκέψης και συμπεριφορών, που αντιπροσωπεύουν προσωπικές ή στενά κλαδικές επιδιώξεις και να προσανατολιστεί η στόχευση του σχεδιασμού στην κατάκτηση ολιστικών στόχων, ευρύτατης κοινωνικής συναίνεσης και ισόρροπης χωρικής ανάπτυξης της πόλης.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ…

Η συγκυρία είναι εξαιρετική και για έναν επιπρόσθετο λόγο, εξίσου ή και περισσότερο σημαντικό. Η αυξανόμενη συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο, ατομική και συλλογική, η διοργάνωση ανοικτών συζητήσεων ανταλλαγής θέσεων και απόψεων, τα κάθε είδους ‘αναπτυξιακά συνέδρια’ και πρωτοβουλίες, αναδεικνύουν μία δυνητική δημιουργικότητα, η οποία εγκλωβισμένη σε ασφυκτικά συντηρητικά πλαίσια υφιστάμενων δομών, αδυνατούσε να εκφραστεί.

Η κατάθεση απόψεων, η διαλεκτική σύγκρουση, η αντιπαράθεση και στο τέλος η δημιουργική σύνθεση, είναι αυτή που θα προσδώσει στην πόλη τον οραματικό της χαρακτήρα, όπως αυτός εμφιλοχωρεί είτε ως ‘πολυπολιτισμική πρωτεύουσα’, είτε ως ‘πρωτεύουσα των Βαλκανίων’, είτε ως ‘εξωστρεφής πρωταγωνίστρια’, είτε ως ‘οικονομική πύλη’, είτε ως ‘πρωτεύουσα έρευνας και καινοτομίας’…

Σε κάθε περίπτωση, και όχι κατ’ ανάγκη με το συνθετικό ‘-πρωτεύουσα’ (κατάλοιπο ‘επαρχιώτικου’ συμπλεγματισμού), ως ‘ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ’

No Comments Yet

Comments are closed