Ας τα λέμε Σκόπια: όνομα με ΦΠΑ

Της Γεωργία Σαδανά, Δημοσιογράφου

Ήταν η ελληνική, κοινή γνώμη προετοιμασμένη να υποδεχθεί τη «Συμφωνία των Πρεσπών»; Το ερώτημα δεν τίθεται ρητορικά ή προβοκατόρικα, αλλά μεσολαβούν χιλιόμετρα και αποστάσεις στο χρόνο, πριν φτάσει κανείς σε απαντήσεις.
Χρειάζεται τόση χρονική απόσταση, όση για να περάσει οριστικά στη λήθη η οικονομική παρακμή των πολιτών της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα της Κεντρικής Μακεδονίας, ένας αιφνίδιος μαρασμός που ακολούθησε ακαριαία την επιβολή του εμπάργκο το 1994.
Τότε, που εξανεμίστηκαν σε λίγες εβδομάδες τα γερμανικά μάρκα των Βαλκάνιων, αυτά που έτρεφαν γενεές γενεών εμπόρων, βιοτεχνών και υπαλλήλων της Τσιμισκή, της Εγνατίας, της Συγγρού, του Βαρδάρη. Βαλκανικά μάρκα, που σπούδασαν παιδιά, προίκισαν κόρες, έγιναν εξοχικά για τα μπάνια στη Χαλκιδική και μαγαζιά για τα εγγόνια. Όλα αυτά που χάθηκαν εν μία νυκτί, πυροδοτώντας αλυσιδωτά βουβές, σαλονικιώτικες, οικογενειακές τραγωδίες, τις οποίες δεν κάλυψε ποτέ απευθείας η τηλεόραση…
Κι άλλος τόσος χρόνος απαιτείται, για να κλείσουν οι χαίνουσες πληγές, να ξεθωριάζουν οι μνήμες από εκείνο το βράδυ της Παρασκευής του Μάρτη του 1999, που άρχισαν οι πρώτοι βομβαρδισμοί στη Σερβία. Μαζί με τις βόμβες, έπεσε αυλαία σε μια δυναμική, ελληνική οικονομική παρουσία επί σερβικού εδάφους, γράφοντας οριστικά τίτλους τέλους για την Βορειοελλαδική εξωστρέφεια.
Γιατί, τα «μνημόνια» είχαν βρει τη Θεσσαλονίκη και την Μακεδονία πριν την…  τρόικα, ως απόρροια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που σάρωσε την μεσαία τάξη της Βόρειας Ελλάδας. Καπώς έτσι, η ελληνική, εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια, ασκούμενη από την «Αθηνοκετρική εξουσία» πληρώθηκε με τον ιδρώτα, τα δάκρυα και τον κόπο ετών των Μακεδόνων.
Ούτε με θαλασσοδάνεια, ούτε με off shore, ούτε με κωδικούς καταθέσεων σε παραδείσια νησιά και εξωτικούς προορισμούς πληρώθηκε. Δεν έλειψαν, βέβαια, και εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν καταστάσεις και πρόσωπα, είτε πλουτίζοντας ερήμην του εμπάργκο, είτε εξασφαλίζοντας για τους εαυτούς τους υψηλά αξιώματα και θώκους ως επαγγελματίες «Μακεδονομάχοι». Άλλωστε, οι εξέδρες των συλλαλητηρίων έκοβαν μαζικά εισιτήρια εισόδου στη Βουλή, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στα Πανεπιστήμια, σε κάθε λογής θεσμούς με τοπική αίγλη και χρήμα.
Δεν αρκούν, όμως όλα αυτά, τα περισσότερα γνωστά, για να κλείσουμε τα μάτια στο παρόν. Σε ένα παρόν, που περισσότερες από 150 χώρες στον κόσμο αναγνωρίζουν τη γειτονική μας χώρα ως «Μακεδονία», επειδή εδώ και χρόνια η πολιτική ανεπάρκεια και η διαπραγματευτική απουσία της Ελλάδας έχανε τις διπλωματικές μάχες κορυφής, αποδεχόμενη σιωπηρά ένα Μ…στο ΠΓΔΜ.
Και στο ενδιάμεσο, τα χρόνια περνούσαν και εμείς τη γειτονική χώρα τη λέγαμε «Σκόπια», με ένα αίσθημα συλλογικού αποτροπιασμού μπροστά σε οποιονδήποτε, άλλο προσδιορισμό. Σαν επί χρόνια ένα συλλογικό ανάθεμα να καρτερούσε όποιον αναπαρήγαγε τη διεθνή τους ονομασία.
«Σκόπια» λένε τη γειτονική χώρα ακόμη και σήμερα και εκείνοι που ξερίζωσαν εργοστάσια από τη Σίνδο, για να τα μεταφέρουν αυτούσια στα Μπίτολα, με υψηλό αίσθημα πατριωτικής… φοροαποφυγής. «Σκόπια» τα λένε και εκείνοι που έχουν επιλέξει τη Βουλγαρία ως επαγγελματική τους έδρα, για να ξεφύγουν απο το ΦΠΑ, ψέγοντας την ίδια ώρα την χαμηλή παροχή υπηρεσιών στα δημόσια νοσοκομεία εν Ελλάδι.
«Σκόπια» τα λένε και όσοι εκτιμούν ότι ο γαλαντόμος, ξένος παράγοντας  θα επιλύσει τα εθνικά μας προβλήματα. Μας τα έλυσαν, άλλωστε, όλα μας τα προβλήματα, εθνικά και μη, οι διεθνείς παράγοντες το 2010, όταν βρεθήκαμε μόνοι μας να βιώνουμε την καθημερινή μνημονιακή κατρακύλα του βιοτικού μας επιπέδου.
Μπορούμε ακόμη να τα λέμε «Σκόπια», αν επιλέξουμε να κλείσουμε τα μάτια και τα σύνορά μας στα διευρωπαικά δίκτυα μεταφορών, στους ενεργειακούς αγωγούς, στους νέους ορίζοντες στις διμερείς οικονομικές σχέσεις, στην αναβάθμιση των λιμένων με το αυξημένο ασιατικό ενδιαφέρον, στην αθρόα τουριστική ροή από τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη προς τη Βόρεια Ελλάδα.
Μπορούμε να εξακολουθήσουμε να τα λέμε «Σκόπια», παρόλο που τώρα όλη η γειτονιά μας εντάσσεται ως Δυτικά Βαλκάνια στην ευρωπαϊκή οικογένεια, χάνοντας μια ακόμη γεωστρατηγική πρωτοκαθεδρία ως χώρα.
Έχοντας, ήδη, χάσει τα βαλκανικά μάρκα τη δεκαετία του ’90, μπορούμε κάλλιστα να χάσουμε και τα επικείμενα, βαλκανικά ευρώ. Αρκεί να καταγράφεται ατόφια στις δημοσκοπήσεις η βούληση της ελληνικής, κοινής γνώμης, ασχέτως τελικά αν αυτή πένεται.
No Comments Yet

Comments are closed