Σκέψεις και σενάρια με αφορμή την κρίση στην Αραβική Χερσόνησο και τον Περσικό Κόλπο

Σαρηγιαννίδης Μίλτος

του Σαρηγιαννίδη Μίλτου

Επίκουρος Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η κρίση στον Περσικό Κόλπο ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν σοβεί ήδη από τον περασμένο Ιούνιο, και είναι αναμφίβολα η πιο σοβαρή από τον Απρίλιο του 1988 και τον «Πόλεμο των Πετρελαιοφόρων». Τότε, οι ΗΠΑ εγγυήθηκαν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, καταστρέφοντας μέσα σε μια μέρα ιρανικές φρεγάτες, μαχητικά αεροσκάφη, και εξέδρες άντλησης πετρελαίου που χρησιμοποιούνταν για πυραυλικές επιθέσεις (Επιχείρηση Αλογάκι της Παναγίας). Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή συνοδεύτηκε από ανάλογη αυτοσυγκράτηση, καθώς δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος στην Τεχεράνη για να αποσύρει τις αεροναυτικές δυνάμεις της, ώστε γρήγορα να αποκλιμακωθεί η ένταση. Ωστόσο, το Ιράν του σήμερα δεν μοιάζει καθόλου με τη χώρα της δεκαετίας του ’80 που είχε αποδυναμωθεί από την πολυετή σύγκρουση με το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν. Αντίθετα, το Ιράν πλέον, και ειδικότερα μετά την απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αναμειγνύεται και αυξάνει σταδιακά την επιρροή του σε περισσότερες περιοχές της Μέσης Ανατολής, επιχειρώντας έτσι να αμφισβητήσει την ισχύ και τις ζώνες επιρροής άλλων ανταγωνιστικών και εχθρικών προς αυτό κρατών.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο διαφορετικές εστίες έντασης στην αραβική χερσόνησο που εμπλέκουν το Ιράν και θεωρητικά θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ευρύτερη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, το πιο πιθανό σενάριο είναι πως αυτή η κλιμάκωση θα μπορούσε να εξελιχθεί μόνο σε μια χαμηλής έντασης και μικρής διάρκειας στρατιωτική αντιπαράθεση, καθώς κανείς από τους πρωταγωνιστές της (ΗΠΑ, Ιράν και Σαουδική Αραβία), ο καθένας για τους δικούς του λόγους, δεν επιθυμεί γενικευμένη ή έστω ανεξέλεγκτη σύγκρουση.

Η πρώτη εστία έντασης αφορά στην επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε βάρος πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Aramco στη Σαουδική Αραβία το περασμένο Σάββατο. Η ενέργεια αυτή αποδίδεται είτε στους αντάρτες Χούτι που δρουν στην Υεμένη με τη στήριξη του Ιράν είτε άμεσα στο Ιράν. Επίσημα, οι Χούτι ανέλαβαν την ευθύνη της επίθεσης, όπως έχουν κάνει κι άλλες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, και παράλληλα το Ιράν την αρνήθηκε. Μάλιστα ο Πρόεδρος του Ιράν περιέγραψε την επίθεση ως μια πράξη ανταπόδοσης του λαού της Υεμένης. Παρόλα αυτά, για τις ΗΠΑ ο βασικός ύποπτος είναι το Ιράν, καθώς μάλλον δεν αξιολογούν τις επιχειρησιακές δυνατότητες των ανταρτών Χούτι τόσο ψηλά, ώστε να καταφέρουν να πλήξουν το μεγαλύτερο διυλιστήριο του κόσμου και ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας. Σε κάθε περίπτωση, η ανάμειξη του Ιράν είτε έμμεσα είτε άμεσα είναι δεδομένη, και το αποτέλεσμα των δύο πρόσφατων επιθέσεων ήταν η αύξηση στην τιμή του πετρελαίου στις παγκόσμιες αγορές, τάση που αν συνεχισθεί και παρά τις διαβεβαιώσεις για την επάρκεια των αποθεμάτων, θα έχει αρνητικές συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία και στους ρυθμούς ανάπτυξης των κρατών, ειδικά στην Ευρώπη.

Η δεύτερη εστία έντασης, αφορά στην κατάσχεση πετρελαιοφόρων από τους Φρουρούς της Επανάστασης, γεγονός που συνδέεται από τις ΗΠΑ με την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο. Μόλις εχθές οι Φρουροί της Επανάστασης επικαλούμενοι τη διεξαγωγή λαθρεμπορίου κατέλαβαν ένα τάνκερ στα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται για τη δεύτερη κατάσχεση τάνκερ αυτό το μήνα, ενώ μέσα στο καλοκαίρι, εκτός από παρόμοιες κατασχέσεις, το Ιράν κατηγορήθηκε και για ένοπλες επιθέσεις και βύθιση τάνκερ στον Κόλπο του Ομάν. Αυτή η δραστηριότητα του Ιράν, τόσο η επιβεβαιωμένη όσο και η φερόμενη, θυμίζει την κρίση του 1988, καθώς φαίνεται πως διεξάγεται συστηματικά στα Στενά του Ορμούζ, τον πορθμό ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν, που αποτελεί την είσοδο στον Περσικό Κόλπο και μέσω του οποίου διακινείται το 1/5 της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Αν και πρόσφατα η Τεχεράνη έχει απειλήσει με κλείσιμο των Στενών, το πιθανότερο είναι πως μπλοφάρει, καθώς εκτός από τις σοβαρές αναταράξεις σε παγκόσμιο επίπεδο, μια τέτοια ενέργεια θα προκαλούσε σημαντική ζημία και στη δική του οικονομία που έχει ήδη πληγεί από τις αμερικανικές κυρώσεις, θα εκβίαζε μια αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση για την εξουδετέρωση των ναρκών και κάθε άλλου μέσου που θα χρησιμοποιούνταν για το κλείσιμο των Στενών και θα έφερνε την επιβολή περαιτέρω διεθνών κυρώσεων οικονομικού και εμπορικού χαρακτήρα από μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η Τεχεράνη θα συνεχίσει να παρενοχλεί πετρελαιοφόρα με προορισμό τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, δημιουργώντας έτσι τα περιθώρια για περιορισμένης κλίμακας ένοπλη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Εναλλακτικά ή παράλληλα, το Ιράν θα μπορούσε να μεταφέρει ή και να εντείνει το κλίμα ανασφάλειας στην πλάτη της Σαουδικής Αραβίας, χρησιμοποιώντας τον εμφύλιο πόλεμο στην Υεμένη για να αποσταθεροποιήσει ένα άλλο σημαντικό πέρασμα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα στην περιοχή του Άντεν. Μια τέτοια ενέργεια δεν θα στοχοποιούσε μόνο την Σαουδική Αραβία αλλά και λόγω της οικονομικής σημασίας της Διώρυγας του Σουέζ και την Αίγυπτο, η οποία στη δεκαετία του 1960 είχε αναμιχθεί στον εμφύλιο πόλεμο στην Υεμένη.

Φυσικά, ο πρωταρχικός στόχος του Ιράν είναι η αποδυνάμωση της Σαουδικής Αραβίας και του καθεστώτος της, δίχως απευθείας στρατιωτική αναμέτρηση. Συνεπώς, το υψηλότερο επίπεδο κρίσης θα περιλάμβανε το σενάριο της αντιπαράθεσης χαμηλής έντασης που θα παρέμενε περιορισμένη ανάμεσα στις ΗΠΑ και στους αντιπροσώπους του Ιράν, δηλαδή τους αντάρτες Χούτι ή τους Φρουρούς της Επανάστασης. Στην πρώτη περίπτωση, οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να ενισχύσουν αποφασιστικά με στρατιωτικό υλικό τη φιλοκυβερνητική συμμαχία που μάχεται τους Χούτι στην Υεμένη, καθώς η ανάμειξη σε έναν εμφύλιο πόλεμο με αμερικανούς στρατιώτες ενόψει αμερικανικών εκλογών είναι εξαρχής απαγορευτική επιλογή. Στη δεύτερη περίπτωση, αν και οι Φρουροί της Επανάστασης θεωρούνται από το Ιράν επίλεκτο στρατιωτικό σώμα, ωστόσο για τις ΗΠΑ είναι μια τρομοκρατική οργάνωση, και άρα κάθε χτύπημα σε βάρος των Φρουρών της Επανάστασης θα αποτελούσε θεμιτό χτύπημα κατά της τρομοκρατίας και θα ενίσχυε σε περίπτωση επιτυχίας το προφίλ του αμερικανού Προέδρου ενόψει των εκλογών. Παρεμπιπτόντως, το Ιράν πρόσφατα χαρακτήρισε τα αμερικανικά στρατεύματα που σταθμεύουν στη Μέση Ανατολή επίσης ως τρομοκρατική οργάνωση.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι ΗΠΑ έχουν την ευκαιρία να πετύχουν σημαντικά αποτελέσματα μέσα από στοχευμένες επιχειρήσεις, με την προϋπόθεση ότι θα τις φέρουν σε πέρας με επιτυχία. Η προοπτική της εξουδετέρωσης των Χούτι θα προσφέρει σταθερότητα στα νοτιοδυτικά της αραβικής χερσονήσου τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα. Πρώτον γιατί εξασφαλίζει την απρόσκοπτη παραγωγή και ροή του πετρελαίου, αφού δεν είναι λίγες οι επιθέσεις των Χούτι σε σαουδαραβικούς πετρελαιαγωγούς, και δεύτερον γιατί εγγυάται την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στην περιοχή του Άντεν. Πάντως, δεν επιλύεται το πολιτικό πρόβλημα στην Υεμένη, που σε μεγάλο βαθμό μοιάζει με την κατάσταση στη Συρία. Ίσως μάλιστα, η ομοιότητα των δύο ένοπλων συρράξεων προοιωνίζει τον τρόπο και τον βαθμό ανάμειξης των ΗΠΑ στην περιοχή της Υεμένης. Την ίδια στιγμή, το Ιράν έχει κάθε λόγο να ενισχύει τους Χούτι, προσδοκώντας την επέκταση των εστιών έντασης που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τον βασικό αντίπαλό του στην περιοχή, δηλαδή τη Σαουδική Αραβία, και να προκαλέσουν αναταράξεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Τέλος, φαίνεται πως η ανάμειξη των ΗΠΑ στην Υεμένη, έστω έμμεσα με την παροχή στρατιωτικού υλικού στον αραβικό συνασπισμό, που ηγούνται η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αποτελεί μονόδρομο, καθώς ήδη απέναντι, στο Κέρας της Αφρικής, λειτουργούν δύο στρατιωτικές βάσεις· μία τουρκική στη Σομαλία, και κυρίως μια κινεζική στο Τζιμπουτί.

Τέλος, είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε τις ομοιότητες στην αναθεωρητική πολιτική που υιοθετούν το Ιράν και η Τουρκία, τόσο σε επίπεδο λόγου όσο και πράξης. Πλέον, και οι δύο χώρες διαθέτουν σημαντικά ερείσματα και έλεγχο σε περιοχές στη Συρία, που επιδιώκουν να νομιμοποιήσουν με τη Συμφωνία της Αστάνα. Και προφανώς, αμφότερες θα συμπεριλαμβάνονται στο τραπέζι των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Συρίας. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και στην περίπτωση της Υεμένης. Σε μια μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία, η Τουρκία θα μπορούσε να αναλάβει τον ρόλο ειρηνευτικής δύναμης. Άλλωστε, δεν πήρε το μέρος των φιλοϊρανών Χούτι, και παράλληλα καταδίκασε την επέμβαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που ηγούνται της φιλοκυβερνητικής συμμαχίας. Πολύ δε περισσότερο, με όχημα την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η Τουρκία μπορεί να βρει ρόλο στην Υεμένη, ανάλογο με αυτόν που εκτέλεσε στη Σομαλία και της απέδωσε την ενίσχυση των διμερών σχέσεων και μια στρατιωτική βάση στην πρωτεύουσα Μογκαντίσου. Όπως γίνεται κατανοητό, η Τουρκία μεταβάλλεται από χώρα υποδοχής ξένων στρατιωτικών βάσεων, σε χώρα με στρατιωτική παρουσία σε γεωπολιτικά κρίσιμες περιοχές (Αλβανία, Λιβύη, Συρία, Σομαλία, Κατάρ). Πρόκειται για ένα επίπεδο γεωπολιτικής και επιχειρησιακής αναβάθμισης που συσσωρεύει διεθνοπολιτικό βάθος και επιλογές προς όφελος της Τουρκίας.

Για την Ελλάδα, η κρίση στην αραβική χερσόνησο αποτελεί εν δυνάμει απειλή για την οικονομία εξαιτίας της αύξησης της τιμής του πετρελαίου. Επιπλέον, ο κίνδυνος για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και επομένως για τα ελληνόκτητα πετρελαιοφόρα στα Στενά του Ορμούζ, επαναφέρει το ζήτημα των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του ελληνικού πολεμικού ναυτικού στην ανοιχτή θάλασσα και την αποφασιστικότητα της χώρας μας να συνεισφέρει αποτελεσματικά σε πολυεθνικές επιχειρήσεις εφόσον της ζητηθεί. Τέλος, αν και δεν φαίνεται πως υπάρχει κάποιο περιθώριο για την ανάληψη ενεργού διπλωματικού ρόλου στην περιοχή, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί απαραίτητα έλλειμα. Το γεωπολιτικό ενδιαφέρον μας και η διπλωματική πρωτοβουλία πρέπει να στραφούν επιμελώς στο Λιβυκό Πέλαγος, το επόμενο σημείο όπου ενδέχεται να δοκιμαστούν η ασφάλεια και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

No Comments Yet

Comments are closed