Νέες ταινίες: Ο Τομ Κρουζ στην υπηρεσία της CIA και του Εσκομπάρ!

Ο Τομ Κρουζ σε μια μαύρη κωμωδία  που αποκαθηλώνει τις ΗΠΑ κανει πρεμιέρα αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους.

Η Κάθριν Μπίγκελοου ρίχνει φως στα συγκλονιστικά  γεγονότα στο Ντιτρόιτ το  καλοκαίρι του 1967, ένα βαθιά σκεπτόμενο πολιτικό δράμα από την Αργεντινή και η επαναπροβολή του «Νεκρού» του Τζάρμους είναι ανάμεσα στις ταινίες που ξεχωρίζουν αυτή την πλούσια κινηματογραφικά εβδομάδα.

Αmerican made
Σκηνοθεσία: Νταγκ Λίμαν
Παίζουν: Τομ Κρουζ, Σάρα Ράιτ Όλσεν, Ντόναλ Γκλίσον, Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς

Η απίστευτη ζωή του Μπάρι Σιλ, ενός πιλότου που στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ‘80, δούλευε ταυτόχρονα για τη CIA (ως πληροφοριοδότης) και τον Πάμπλο Εσκομπάρ (μεταφέροντας λαθραία ναρκωτικά), κερδίζοντας, ο ίδιος, απίστευτα χρήματα.

O Νταγκ Λίμαν και ο Τομ Κρουζ, μετά από τη συνεργασία τους « Στα Όρια του Αύριο» ξανασυναντιούνται σε μια μαύρη κωμωδία που βασίζεται στην αληθινή ιστορία ενός πιλότου, του Μπάρι Σιλ, αποκαλύπτοντας με βιτριολικό χιούμορ ένα μεγάλο σκάνδαλο, αλλά και τον τρόπο που λειτούργησαν οι ΗΠΑ στην περιβόητη ιστορία Ιράν- Κόντρας, που αμαύρωσε τη θητεία του Ρίγκαν.

Ο σεναριογράφος Γκάρι Σπινέλι ερευνώντας υποθέσεις όπου ενεπλάκη η CIA, ανακάλυψε τυχαία το όνομα του Μπάρι Σιλ, ο οποίος δούλευε ως πληροφοριοδότης της υπηρεσίας, μεταφέροντας ταυτόχρονα, για λογαριασμό της κυβέρνησης, παράνομα, όπλα στην Κεντρική Αμερική, όπου διεξαγόταν εμφύλιος πόλεμος. Ταυτόχρονα όμως μετέφερε και ναρκωτικά πίσω στην πατρίδα του για λογαριασμό  του καρτέλ του Μεντεγίν, όπου εμπλεκόταν και ο Πάμπλο Εσκομπάρ.
Ο ίδιος ο Σιλ κέρδιζε τεράστια ποσά από το διπλό του παιχνίδι, μέχρι που βρέθηκε μπλεγμένος σε μια  απίστευτη υπόθεση.

Ο Λίμαν παρουσιάζει θαρραλέα και τολμηρά  τη  σκοτεινή πλευρά του « αμερικανικού ονείρου», περιγράφοντας εμμέσως πλην σαφώς πώς τελικά  καθορίζεται η πολιτική. Επιλέγοντας να αφηγηθεί την ιστορία του μέσα από την υποκειμενική σκοπιά του Σιλ,  στην ουσία  παρουσιάζει έναν απίστευτο τύπο που  χωρίς να συνειδητοποιεί ακριβώς το παιχνίδι που παίζεται, γίνεται πιόνι μιας συνομωσίας, που έχει πολλές παραμέτρους και  αποκαλύπτει πώς η Αμερική ενεπλάκη στην εσωτερική πολιτική των λαών της Λατινικής Αμερικής.
Ο Σιλ είναι αμοραλιστής και άνθρωπος χωρίς  ενδοιασμούς, ταυτόχρονα όμως  και καλός οικογενειάρχης που αγαπάει τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
Μια τυχαία συγκυρία τον εξαναγκάζει να μπλεχτεί  σε μια  πολύ βρώμικη υπόθεση.
Όμως ο Λίμαν δεν τον δικαιολογεί, αντίθετα υπογραμμίζει πόσο απολαμβάνει το χρήμα και τις ανέσεις, κάνοντας έναν ευφυή υπαινιγμό σε σχέση με την ευθύνη του ατόμου για τον κόσμο γύρω του.
Μάλιστα επιλέγοντας να κινηματογραφεί ντοκιουμενταρίστικα και χωρίς να ακολουθεί γραμμικά τη σειρά των γεγονότων, που διακόπτονται από τις αφήσεις του Σιλ σε βιντεοκασέτες, καταφέρνει να παρουσιάσει τα όσα έγιναν ως κρίκους μιας αλυσίδας.
Με σπιντάτη κάμερα και vintage ατμόσφαιρα που παραπέμπει στην δεκαετία του ’80, φτιάχνει ένα ξεκαρδιστικό ντοκιμαντέρ fiction, δίνοντας στον Τομ Κρουζ την ευκαιρία να πιλοτάρει  αεροπλάνα και να κάνει μια ερμηνεία απολαυστική, που έχει πολλές ελπίδες για μια υποψηφιότητα στα  Όσκαρ.

Αυτή η Γη Είναι Δική Μας, (Chez Nous/ This is our land)
Σκηνοθεσία:  Λουκά Μπελβό

Παίζουν: Eμιλί Ντεκέν, Γκιγιόμ Γκουί, Αντρέ Ντισολιέ

Η Πολίν είναι μια αυτοαπασχολούμενη νοσοκόμα σε μια κωμόπολη της Γαλλίας. Αφοσιωμένη επαγγελματίας  και γενναιόδωρη στις σχέσεις της, αποτελεί ηθικό πρότυπο για όλους.
Ένα ανερχόμενο εθνικιστικό κόμμα θα εκμεταλλευτεί τη δημοφιλία και την ακεραιότητά της,  τοποθετώντας την υποψήφια στις τοπικές εκλογές. Χωρίς να έχει καμία πολιτική πεποίθηση η ίδια και παρά τις αντιδράσεις του περίγυρού της, η Πολίν συνεχίζει μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Η ταινία του Λουκά Μπελβό , που καταγγέλλει ανοιχτά την Ακροδεξιά,  δημιούργησε  σάλο στη Γαλλία,  καθώς κυκλοφόρησε δυο μήνες πριν από  τις προεδρικές εκλογές, προκαλώντας  την οργή των οπαδών της Λεπέν και του κόμματός της.
Μέσα από την ιστορία μιας νοσοκόμας που την προσεγγίζει ένα εθνικιστικό κόμμα  και της προτείνει να   κατέβει ως υποψήφια στις δημοτικές εκλογές, ο Μπελβό επιχειρεί  να περιγράψει πως τα ακραία φαινόμενα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας εισβάλλουν στην καθημερινή μας ζωή και πώς τελικά οι πολίτες παραπλανούνται  να ασπαστούν  σαθρές κι επικίνδυνες ιδεολογίες, απογοητευμένοι κι αγανακτισμένοι από το ήδη υπάρχον σύστημα.
Ο Μπελβό όμως, αν κι έχει δηλώσει ότι η πρόθεσή του είναι να κάνει μια πολιτική κι όχι μια   στρατευμένη ταινία, εξοκείλει συχνά στον συναισθηματισμό, γεγονός που δεν του αφήνει πολλά περιθώρια για έναν  βαθύ  στοχασμό. Αν και παρέχει αρκετές πληροφορίες- που πλέον σήμερα όμως είναι γνωστές- για τις  «μεθόδους»  που υιοθετούν ανάλογα κόμματα όχι μόνο στη Γαλλία αλλά παντού,  δεν καταφέρνει  να ξεπεράσει το πρώτο επίπεδο, δηλαδή της αυτονόητης καταγγελίας τέτοιων φαινομένων,  και τελικά να  φωτίσει τις πραγματικές αιτίες.
Η κεντρική ηρωίδα, αφελής και εντελώς αδιάφορη για την πολιτική, πλην όμως κόρη αριστερού,  πολύ εύκολα μετατρέπεται σε υπέρμαχο της Ακροδεξιάς, και  σχεδόν καταλήγει συμπαθής ως παραπλανημένη και παραστρατημένη. Το δε αφελέσταστο φινάλε δυστυχώς δείχνει μια λαϊκιστική υπεραπλουστευμένη διάθεση από πλευράς του Μπελβό. Όμως  η έξαρση  ακραίων φαινομένων σήμερα επιβάλλουν μια πιο  σοβαρή αντιμετώπιση, γιατί η   περιγραφή μόνο τακτικών δεν αρκεί, αν κάποιος  δεν σπάσει το αυγό του φιδιού για να δει τι κρύβεται από κάτω.


Detroit: Μία Οργισμένη Πόλη, (Detroit) 
Σκηνοθεσία: Κάθριν Μπίγκελοου
Παίζουν: Τζον Μπογιέγκα, Ουίλ Πόλτερ, Άλτζι Σμιθ, Τζέικομπ Λάτιμορ, Τζέισον Μίτσελ, Χάνα Μάρεϊ, Τζακ Ρέινορ, Κάιτλιν Ντέβερ

Η δύο φορές  βραβευμένη με Όσκαρ, Κάθριν Μπίγκελοου  ( μάλιστα  είναι η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με Όσκαρ σκηνοθεσίας)   καταγράφει το συγκλονιστικό χρονικό των αιματηρών εξεγέρσεων του 1967 στο  Ντιτρόιτ των ΗΠΑ.

Το καλοκαίρι του 1967  η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές.  Η  δυσαρέσκεια και η   οργή οφείλονταν  στις προκαταλήψεις, τις φυλετικές ανισότητες σε στέγη και παιδεία, και την ολοένα αυξανόμενη ανεργία στις κοινότητες των Αφρο-αμερικανών.
Δύο νύχτες μετά από την έναρξη της εξέγερσης του Ντιτρόιτ, μία αναφορά για πυροβολισμούς κοντά σε περιοχή της Εθνοφυλακής, οδήγησε την τοπική Αστυνομία , την Πολιτοφυλακή και την Εθνοφυλακή  του Μίσιγκαν και έναν ιδιωτικό φρουρό ασφαλείας να εισβάλουν σε ένα παράρτημα του κεντρικού κτιρίου του ξενοδοχείου Algiers.
Παραβιάζοντας την επίσημη διαδικασία, πολλοί αστυνομικοί ανέκριναν βίαια τους  ενοίκους, κατασκευάζοντας ένα ιδιότυπο «παιχνίδι θανάτου», σε μία προσπάθεια να τους εκφοβίσουν για να μην ομολογήσουν.
Στο τέλος της νύχτας, τρεις άοπλοι νεαροί πυροβολήθηκαν εν ψυχρώ,  όμως  κανένα όπλο δεν βρέθηκε ποτέ.
Η Κάθριν Μπίγκελοου και ο  σταθερός της συνεργάτης , βραβεύμενος με Όσκαρ σεναριογράφος και παραγωγός, Μαρκ Μπόαλ, καταπιάνονται με μια μαύρη σελίδα της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, καταγράφοντας με ένταση  τα συγκλονιστικά γεγονότα στο  Ντιτρόιτ .
Ξεκινώντας από το 2014, ο Μπόαλ και η ερευνητική του ομάδα πήραν συνεντεύξεις από δεκάδες ανθρώπους.
Η εξαμελής ομάδα έρευνας, με προεξάρχοντα τον βραβευμένο με Πούλιτζερ, Ντέιβιντ Ζέμαν, ανακάλυψε  ένα πλούσιο υλικό,  που αποτελείται από  τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά και έντυπα ρεπορτάζ, πρακτικά δικαστηρίων, έρευνες του FBI και του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μαρτυρίες, κοινωνιολογικές έρευνες, αλλά και έγγραφα της Αστυνομίας του Ντιτρόιτ και του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που δεν είχαν δει ποτέ το φως της δημοσιότητας.
Από τις πολλές προσωπικές ιστορίες που άκουσε ο Μπόαλ, μία ξεχώρισε: αυτή του Λάρι Ριντ (τον οποίο υποδύεται στο φιλμ ο Άλτζι Σμιθ), τραγουδιστή σε μία δημοφιλή, ανερχόμενη μπάντα, τους Dramatics, ο οποίος είχε κλείσει δωμάτιο στοξ ενοδοχείο Algiers μαζί με τον φίλο του, Φρεντ Τεμπλ.
Ο Μπόαλ έψαξε για τον Ριντ, που δεν είχε μιλήσει δημόσια για το περιστατικό εδώ και δεκαετίες. Παρότι διστακτικός στην αρχή, τελικώς ο Ριντ μοιράστηκε τις επώδυνες εμπειρίες του από τη νύχτα στο Algiers, που αποτελούν  και τον βασικό άξονα της ταινίας.
Η Μπίγκελοου, ακολουθώντας ένα ντοκιμαντερίστικο στιλ κινηματογράφησης, συνοδεύομενο από ένα εκκωφαντικό ηχητικό τοπίο  που μεταδίδει τον παραλογισμό εκείνων των ημερών, παίρνει σαφέστατα και ανοιχτά   θέση απέναντι στα γεγονότα . Μιλάει ξεκάθαρα  για ένα κράτος που αστυνομοκρατείται, για μια εξουσία που τροφοδοτεί τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις και κρούει των κώδωνα του κινδύνου,  ότι ανάλογες   καταστάσεις ελλοχεύουν και είναι πολύ κοντά μας.
Ίσως  κάποιες στιγμές αδυνατεί να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στις δύο πλευρές,  όμως δυστυχώς  η ίδια η Ιστορία, αλλά και η σημερινή πραγματικότητα  δικαιολογούν  αυτή τη της  την επιλογή.

Οι Πρώην, (Les Ex)
Σκηνοθεσία: Μορίς Μπαρτελεμί
Παίζουν: Ζαν-Πολ Ρουβέ, Μορίς Μπαρτελεμί, Κλαούντια Τάγκμπο, Πατρίκ Τσεσνέ

Έξι χωρισμένα ζευγάρια κάνουν έναν απολογισμό των σχέσεων τους που διαλύθηκαν.
Αυτό που τους ενώνει είναι η δυσκολία   να τις ξεχάσουν, για λόγους αγάπης, μίσους ή και λόγους πρακτικούς.
Η γαλλική εκδοχή του «Love actually», που  πραγματεύεται  τη μεγάλη μάστιγα των  «πρώην».
Ο Γκρεγκ, ένας νεαρός οδηγός ταξί, κουβαλά σε όλες τις διαδρομές του τον άρρωστο σκύλο της πρώην κοπέλας του.
Η Ζιλί προσπαθεί να παντρευτεί, αλλά ο παπάς που θα την ενώσει με τα δεσμά του γάμου είναι μια παλιά της σχέση που δεν μπορεί να ξεχάσει.
Ο ψυχίατρος Αντουάν προσπαθεί να συνεννοηθεί με την πρώην σύζυγό του και μαμά των δίδυμων κοριτσιών του, και παράλληλα να ξεκινήσει κάτι καινούριο με μια ραδιοφωνική παραγωγό που έχει απελπιστεί από τον έρωτα.
Ταυτόχρονα  κουράρει και τον γαμπρό του που χωρίζει με την αδελφή του.
Μέσα από σπονδυλωτές ιστορίες που συνδέονται τελικά με κάποιον τρόπο μεταξύ τους, άνθρωποι στο ερωτικό Παρίσι προσπαθούν να ξεπεράσουν   χωρισμούς, να επανασυνδεθούν, να προχωρήσουν μπροστά ή να γυρίσουν πίσω.
Ο Μορίς Μπαρτελεμί έχει μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων που προκαλεί ένας χωρισμός για   να μελετήσει.
Ο πόνος, η εκδίκηση, η ανάμνηση,  η οργή,  είναι μερικά από αυτά. Το πρόβλημα της ταινίας είναι ότι  επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα,  φωτίζοντας πώς τα πιο τραγικά γεγονότα στη ζωή έχουν χιούμορ και τούμπαλιν. Όμως δυστυχώς ο Μπαρτελεμί δεν είναι Γούντι Άλεν  κι έτσι  η πρόθεσή του δεν  φέρνει το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Επίσης η ελλιπής σεναριακή σύνδεση των ιστοριών  σε συνδυασμό  με τις μονοδιάστατες ερμηνείες  των ηθοποιών δημιουργούν τελικά  ένα  άνευρο αποτέλεσμα, αν και υπάρχουν κάποιες πετυχημένες στιγμές.

Paulina
Σκηνοθεσία:  Σαντιάγο Μίτρε
Παίζουν: Ντολόρες Φόνι, Όσκαρ Μαρτίνεζ, Εστεμπάν Λαμότ

Μία μεγαλοαστή «πολλά υποσχόμενη» δικηγόρος του Μπουένος Άιρες, η Παουλίνα αποφασίζει να κάνει στροφή στη ζωή της και αναχωρεί για την βαθιά αργεντίνικη επαρχία.
Θα γίνει δασκάλα σε ένα ξεχασμένο από θεούς και ανθρώπους χωριό, όπου η πλειοψηφία των κατοίκων είναι αναλφάβητη. Ο πατέρας της, ένας καταξιωμένος ανώτατος δικαστής προσπαθεί μάταια να τη μεταπείσει, ώστε να ασχοληθεί απερίσπαστη με τη λαμπρή καριέρα που την περιμένει και την εύκολη ζωή μέσα στους κόλπους της καλής κοινωνίας του Μπουένος Άιρες. Συνοδοιπόρος στις απόψεις του πατέρα της και ο  σύντροφός της.
Η Παουλίνα  όμως σε πείσμα όλων ξεκινάει το μεγάλο ταξίδι.

Ο Σαντιάγκο Μίτρε  μεταφέρει στο σήμερα   ένα κλασικό αργεντίνικο νου ρ του ’60 , αφηγούμενος την ιστορία μιας γυναίκας του σκεφτόταν διαφορετικά.
Η  Παουλίνα είναι μια μεγαλοαστή,  κόρη επιφανούς και αριστερών πεποιθήσεως δικαστή , που αποφασίζει να εγκαταλείψει το Μπουένος Άιρες και τη  λαμπρή καριέρα που την περιμένει και να  διοριστεί δασκάλα σε μια απομακρυσμένη επαρχία. Εκεί θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη φτώχεια και την έλλειψη  παιδείας,  προσπαθώντας να καλλιεργήσει στους μαθητές της την πολιτική τους συνείδηση  και την κριτική τους σκέψη.
Όταν η ίδια πέσει θύμα βιασμού από μια ομάδα ντόπιων, οι ισορροπίες στη ζωής της ανατρέπονται.
Παρά τις επίμονες προσπάθειες του περιβάλλοντός της, εκείνη αρνείται να  κυνηγήσει τους βιαστές της και όταν ανακαλύπτει πως είναι έγκυος αποφασίζει να κρατήσει και το παιδί.
Η συμπεριφορά της είναι ακατανόητη τόσο για τους δικούς της όσο και για τους θεατές, όμως ο Μίτρε , χρησιμοποιώντας  ένα ενδιαφέρον αφηγηματικό στιλ, πηγαίνοντας μπρος και πίσω στο χρόνο,    ξεδιπλώνει αργά και σταθερά  το  νήμα που οδηγεί τις αποφάσεις της, καταλήγοντας σε μια ενδιαφέρουσα θέση σχετικά    με το δίκαιο.
Η ηρωίδα του δεν βλέπει το νόημα της τιμωρίας, ακόμα και αν αυτή  αναχαιτίζει ανάλογες συμπεριφορές,  και δέχεται τον εαυτό της ως κομμάτι μιας πραγματικότητας.
Έτσι ο  Μίτρε  τη διαχωρίζει από το σύνολο και την κοινή λογική, φροντίζοντας να αποκαθηλώσει όλες τις «αξίες» της κοινωνίας  μας, που βιάζεται να καταδικάσει και να καταγγείλει το έγκλημα, χωρίς να ερευνά  τελικά τι γεννάει τη βία.
Η στάση της Παουλίνα συναντάει την υπαρξιστική θεώρηση του κόσμου και η εκπληκτική ερμηνεία της  Ντολόρες Φόνι δίνει τροφή και σκέψη στο  θεατή.

Έρχεται τη νύχτα, (It comes at night)
Σκηνοθεσία: Τρέι Έντουαρντ Σουλτς
Παίζουν: Τζόελ Έντγκερτον, Κρίστοφερ Άμποτ, Καρμέν Ετζόγκο, Ράιλι Κίου, Κέλβιν Χάρισον Τζ.

Μια αφύσικη απειλή τρομοκρατεί τον κόσμο, κι ένας άντρας με την οικογένεια του έχουν βρει την ασφάλεια σε ένα απομονωμένο σπίτι. Η ηρεμία τους θα δοκιμαστεί όταν  τους ζητήσει καταφύγιο  μια απεγνωσμένη  οικογένεια.

Ο Τρέι Έντουαρντ Σουλτς  («Krisha») επιστρέφει με ένα ψυχολογικό θρίλερ , που περιγράφει  το τέλος του κόσμου μέσα από τις σχέσεις μιας οικογένειας.
Μια θανατηφόρα και κολλητική αρρώστια απειλεί τον πλανήτη και μια οικογένεια απομονώνεται σε ένα σπίτι στο δάσος, προκειμένου να σωθεί.
Ο παππούς όμως μολύνεται κι έτσι αναγκάζονται να τον σκοτώσουν.
Όταν ένας άνδρας θα εισβάλλει το βράδυ στο σπίτι τους,  θα  ανακαλύψουν ότι υπάρχουν κι άλλοι διασωθέντες. Έτσι θα καλέσουν τον « εισβολέα» με την δική του οικογένεια να μείνει μαζί τους.
Οι κανόνες είναι αυστηροί: τρώνε όλοι μαζί, κυκλοφορούν πάντα ανά δυο και ποτέ δεν βγαίνουν έξω τη νύχτα.
Η ανάγκη να προστατευτούν και να επιβιώσουν τους δένει.  Κι  είναι αυτή η ίδια  ανάγκη που τελικά θα τους οδηγήσει  στα όριά τους.
Ο Σουλτς βάζοντας τον κεντρικό πρωταγωνιστή του κι αρχηγό της οικογένειας να είναι καθηγητής ιστορίας, που ειδικεύεται στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και δη στη πτώση της, σαφώς θέλει να δημιουργήσει έναν ισχυρό συσχετισμό με την παρακμή του δικού μας πολιτισμού. Και το πετυχαίνει σε έναν αρκετά μεγάλο βαθμό, δημιουργώντας μια απειλή που ελλοχεύει παντού, χωρίς ποτέ να αποσαφηνίζει ποιος είναι ο εχθρός.
Κινηματογραφώντας τα πρόσωπα σε ένα φωτεινό δασός, πετυχαίνει να καλλιεργήσει το σασπένς και τον φόβο, χωρίς να χρησιμοποιεί συχνά την ευκολία της νύχτας, αν κι ο τίτλος πιθανόν προετοιμάζει τον θεατή για το ακριβώς αντίθετο.
Ο Σουλτς εστιάζει στις σχέσεις  που αναπτύσσονται ανάμεσα στα  χαρακτήρες του  και τους ωθεί στα άκρα.
Οι  ηθικές αρχές και τα συναισθήματά τους υποχωρούν μπροστά στη ανάγκη να επιβιώσουν  και ο φόβος μια επικείμενης καταστροφής  οδηγεί τα βήματά τους.
Δεν αποφεύγει παρόλα αυτά τις επαναλήψεις, όμως δημιουργεί κορυφώσεις, δείχνοντας ότι παρά το νεαρό της ηλικίας του- είναι μόλις είκοσι οχτώ χρόνων- κατέχει τα μυστικά του horror.

Επιστροφή στη Βουργουνδία, (Ce Qui Nous Lie)
Σκηνοθεσία: Σεντρίκ Κλαπίς
Παίζουν: Πιο Μαρμέ, Ανά Ζιραρντό, Φρανσουα Σιβίλ, Ζαν-Μαρκ Ρουλό

Ο Ζαν είναι τριάντα ετών και έχει περάσει την τελευταία δεκαετία της ζωή του, ταξιδεύοντας στον κόσμο και κόβοντας κάθε δεσμό με την οικογένεια του και την Βουργουνδία, τον τόπο των παιδικών του χρόνων.
Έχει εγκατασταθεί στο εξωτερικό μέχρι που τον καλούν πίσω στην πατρίδα του για να αποχαιρετίσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του.
Είναι τέλος του καλοκαιριού και η επερχόμενη συγκομιδή του κρασιού δίνει την ευκαιρία στον  Ζαν  να έρθει πάλι κοντά με την αδερφή του Ζιλιέτ και τον αδερφό του Ζερεμί, ώστε να αποφασίσουν από κοινού για το μέλλον του οικογενειακού αμπελώνα.

Ο Σεντρίκ  Κλαπίς  υπογράφει ένα  γλυκόπικρο  αλλά αρκετά αναμενόμενο  οικογενειακό δράμα, που εκτυλίσσεται στους αμπελώνες της Βουργουνδίας.
Ένας νεαρός άνδρας, ο Ζαν που έχει αποκοπεί από την οικογένειά του και πλέον ζει μόνιμα στην Αυστραλία, επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι, για να αποχαιρετήσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του και μεγάλο οινοπαραγωγό.
Εκεί θα ξαναβρεθεί με τα δυο αδέλφια του, τη Ζιλιέτ, που  αν και ικανή στην παραγωγή κρασιού δεν έχει αυτοπεποίθηση,  και τον Ζερεμί, που υφίσταται την ασφυκτική πίεση του πεθερού του και ανταγωνιστή τους.
Κατά τη διάρκεια ενός έτους, και ακολουθώντας τον ρυθμό των εποχών και της διαδικασίας παραγωγής κρασιού,  ο Κλαπίς περιγράφει   πώς αυτοί οι τρεις νέοι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν τον εαυτό τους και τη δική τους θέση στον κόσμο, και παράλληλα να σώσουν την οικογενειακή τους παράδοση .
Χωρίς μεγάλες εκπλήξεις και με μια συμβατική κινηματογράφηση ,  ακολουθεί  τις διαδρομές των ηρώων του, φροντίζοντας το ρυθμό  και την ατμόσφαιρα, όμως όλα μοιάζουν κάπου να τα έχεις ξαναδεί.
Ενδιαφέρον πάντων έχει η καταγραφή της διαδικασίας παραγωγής του κρασιού, αλλά και τα υπέροχα τοπία της Βουργουνδίας, που κυριαρχούν αισθητά.

 Επαναπροβολές: 


Σύμφωνα με το νόμο, (Po zakonu) 
Σοβιετική Ένωση,  1926
Σκηνοθεσία: Λεβ Κουλέσοφ
Πρωταγωνιστούν: Αλεξάντρα Χοχλόβα , Σεργκέι Κομαρόφ (Χανς Νέλσον), Βλαντίμιρ Φόγκελ,  Πορφίριος Ποντομπέντ,  Πιότρο Γκαλάντζεφ

Μια ομάδα χρυσοθήρων ετοιμάζεται για το γεύμα της, όταν ένας από αυτούς, πυροβολεί με το όπλο του. Δύο σύντροφοί του πέφτουν νεκροί. Οι άλλοι δύο, ανάμεσά τους και μία γυναίκα, καταφέρνουν να τον αφοπλίσουν και να τον ακινητοποιήσουν. Πολύ σύντομα, θα δώσουν οι ίδιοι το δικαίωμα στους εαυτούς τους  να δικάσουν, να καταδικάσουν και να εκτελέσουν την ποινή.
Η ταινία  είναι βασισμένη στο διήγημα του σπουδαίου Αμερικανού  συγγραφέα, Τζακ Λόντον και διαδραματίζεται στο σκοτεινό, παγωμένο τοπίο του ποταμού Γιουκόν, την εποχή του «πυρετού» του χρυσού.
Όπως ο Λόντον,  έτσι και ο Κουλέσοφ, δεν αφήνει καμία αμφιβολία στον θεατή, πως αυτό που βλέπει είναι προφανώς κάτι πολύ περισσότερο από μία ακόμη συναρπαστική περιπέτεια στον παγωμένο αμερικανικό βορρά.
Η νομιμότητα, η ηθική, η έννοια και το αίσθημα της δικαιοσύνης, η συνείδηση, η προσωπική και η συλλογική ελευθερία και τα όριά τους, αποτελούν μερικά από τα βασικά πεδία τα οποία ο σκηνοθέτης επιχειρεί να φωτίσει, βάζοντας  τον θεατή  σε μια διαδικασία αναζήτησης και προβληματισμού. Και μόνο το φινάλε της ταινίας είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ο δημιουργός αντιλαμβάνεται και αποδίδει εκπληκτικά την πολυπλοκότητα της ζωής.


Η ατιμασμένη, (La ciociara)
Ιταλία,  1960
Σκηνοθεσία: Βιτόριο Ντε Σίκα)
Πρωταγωνιστούν: Σοφία Λόρεν, Ζαν Πωλ Μπελμοντό, Ραφ Βαλόνε, Ελεονώρα Μπράουν.

Η Τσεζίρα, μια πανέμορφη χήρα από τα βουνά της Τσοτσαρίας ζει στη Ρώμη με τη δωδεκάχρονη κόρη της Ροζέτα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Όταν το 1943 οι σύμμαχοι αρχίζουν να βομβαρδίζουν την πόλη, η Τσεζίρα αποφασίζει να φύγει και να επιστρέψει στο χωριό της προκειμένου να προστατέψει την κόρη. Αφήνει λοιπόν τα κλειδιά και την ευθύνη του παντοπωλείου της στο φίλο του συζύγου της Τζοβάνι  κι αναχωρεί για  την πατρίδα της, την Αγία Ευφημία. Φτάνοντας εκεί,  η Τσεζίρα κι οι υπόλοιποι χωριανοί προσπαθούν να επιβιώσουν, ενώ σιγά- ιγά οι προμήθειες λιγοστεύουν. Καθοριστική θα είναι η γνωριμία της με έναν νεαρό ιδεαλιστή το Μικέλε, ο οποίος την ερωτεύεται και προσπαθεί να την κάνει να δει τον κόσμο με άλλα μάτια.
Όταν οι σύμμαχοι καταφέρνουν να σπάσουν την άμυνα των Γερμανών και των φασιστών,  γεννιέται σε όλους η ψευδαίσθηση ότι ο πόλεμος έχει τελειώσει. Η  Τσεζίρα κι η Ροζέτα αποφασίζουν να επιστρέψουν στη Ρώμη. Στο δρόμο  όμως,  ένα τραγικό συμβάν θα αλλάξει για πάντα τη σχέση των δυο γυναικών, που θα βιώσουν τον εφιάλτη του πολέμου.

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια (το ομώνυμο βέβαια είναι σχετικό γιατί στα ιταλικά ο τίτλος είναι  «La Ciociara», που υποδηλώνει την γυναίκα από τη συγκεκριμένη περιοχή) και σε σκηνοθεσία του μεγάλου Βιτόριο ντε Σίκα, η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας χήρας η οποία πασχίζει να προστατέψει την κόρη της και την ίδια μέσα σε μια ταραγμένη ιστορικά περίοδο.
Σκοπός του Βιτόριο Ντε Σίκα να δείξει πως ο πόλεμος  τελικά έχει  μόνο θύματα από όποια πλευρά κ αν είσαι, μέσα από τις  προσωπικές ιστορίες  ανθρώπων που έζησαν  τραγικά  γεγονότα παρά τη θέλησή τους.
Η ταινία προβλήθηκε στην Ιταλία τα Χριστούγεννα του 1960 και το 1961 στην υπόλοιπη Ευρώπη και την Αμερική, λαμβάνοντας διθυραμβικές κριτικές.
Μάλιστα χάρισε  στη Σοφία Λόρεν την παγκόσμια  αναγνώριση, καθώς  για την ερμηνεία της κέρδισε το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου και το Βραβείο της καλύτερης ηθοποιού στο Φεστιβάλ των Καννών.  Για την ιστορία αξίζει να σημειωθεί πως η Λόρεν είναι η πρώτη ηθοποιός που κερδίζει  Όσκαρ  ερμηνείας σε ξενόγλωσσο φιλμ.

Στο Πέρασμα του Χρόνου, (Kings of the Road)

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς
Παίζουν: Ρούντιγκερ Φόγκλερ, Χανς Ζίσιερ

Ο Μπρούνο, γνωστός και ως  «King of the Road» ταξιδεύει με το φορτηγό του, επισκευάζοντας μηχανές προβολής  ταινιών σε επαρχιακούς κινηματογράφους, κατά μήκος των γερμανικών συνόρων. Μια ημέρα βλέπει κάποιον να οδηγεί το αυτοκίνητό του μέσα στον ποταμό Έλβα και  τρέχει να τον βοηθήσει.  Έτσι, θα γνωριστεί με τον Ρόμπερτ, γνωστό και ως «Καμικάζι», ο οποίος του διηγείται πως εγκατέλειψε το σπίτι και τη δουλειά του, προσπαθώντας να ξεφύγει από το παρελθόν του. Αυτή θα είναι η αφετηρία της κοινής τους περιπλάνησης και της παράξενης φιλίας τους.
Το διαχρονικό αυτό πλέον road movie, αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας του Βιμ Βέντερς «ταινιών δρόμου» ,  (μαζί με το «Alice in the Cities» και  το «Wrong Move») και βάζει στο κέντρο της ιστορίας του την ανδρική φιλία  και τη μοναξιά στη μεταπολεμική Γερμανία.

Ο Βέντερς ξεκίνησε αυτή την ταινία, χωρίς σενάριο.
Η προεργασία που είχε κάνει ήταν η επιλογή της  διαδρομής: όλες οι μικρές πόλεις κατά μήκος του Τείχους, οι οποίες εξακολουθούσαν να διαθέτουν κινηματογράφο, σε εκείνη την εποχή, της μαζικής  κινηματογραφικής εξαφάνισης.
Το παλιό φορτηγάκι με τις μηχανές προβολής ταινιών, θα αποτελέσει μια μεταφορά ολόκληρης της κινηματογραφικής ιστορίας. Ως προς αυτό, δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι η ταινία είναι αφιερωμένη στον Φριτς Λανγκ.

Ο νεκρός, (The dead man)
Σκηνοθεσία & Σενάριο: Τζιμ Τζάρμους
Παίζουν: Τζόνι Ντεπ, Γκάρι Φάρμερ, Κρίσπιν Γκλόβερ, Ρόμπερτ Μίτσαμ, Ίγκι Ποπ, Τζάρεντ Χάρις, Μπίλι Μπομπ Θόρτον

Ο Γουίλιαμ Μπλέικ ταξιδεύει στα δυτικά σύνορα της Αμερικής στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Χαμένος και τραυματισμένος, θα γνωρίσει έναν παράξενο Ινδιάνο που έχει το όνομα «Κανένας», ο οποίος πιστεύει ότι ο Μπλέικ είναι ένας νεκρός Άγγλος ποιητής με το ίδιο όνομα.
Οδηγημένος από τις καταστάσεις, ο Μπλέικ θα γίνει ένας παρίας, ένας δολοφόνος και σταδιακά θα αποξενωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό.

O Τζιμ Τζάρμους θεωρείται μία από τις πιο επιδραστικές μορφές του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά.
Οι ταινίες του συχνά διακρίνονται για τον υπερβατικό μινιμαλισμό τους και την ανατροπή των παραδοσιακών κινηματογραφικών ειδών, όπως της ταινίας δρόμου, του γουέστερν και του αστυνομικού.
Ο  «Νεκρός»   ακολουθεί το γνωστό του στυλ, δίνοντας τον Τζόνυ Ντεπ την ευκαιρία   μιας  εξαιρετική ερμηνεία από τον  Τζόνι Ντεπ.
Ο ίδιος  ο Τζάρμους έχει πει για την ταινία:  «Το δούλευα τουλάχιστον δυόμισι χρόνια στο μυαλό μου. Μέχρι κι εγώ έχω αλλάξει από τότε. Το να μιλάω για τον Νεκρό είναι σα να μιλάω για μια παλιά πτυχή του εαυτού μου. Μιλώ στον κόσμο σα να είναι η νέα μου ταινία και δεν είναι. Την έχω ήδη δει 4.000 φορές και τη δουλεύω πάνω από δύο χρόνια. Δεν πειράζει. Μου αρέσει αυτός ο Γάλλος ποιητής, ο Βαλερί, ο οποίος έχει πει ότι ένα ποίημα ποτέ δεν τελειώνει, το εγκαταλείπεις. Δεν βλέπω ποτέ τις ταινίες μου, αφότου έχουν βγει στις αίθουσες. Δεν κοιτώ ποτέ πίσω, κάπως σαν το Νεκρό».

 

No Comments Yet

Comments are closed