Νέες ταινίες: O Μάικλ Φασμπέντερ είναι ο επιθεωρητής Χόλε των βιβλίων του Νέσμπο

Πρεμιέρα στους κινηματογράφους για την Έμμα Στόουν και τον Στηβ Καρέλ που παίζουν τένις στη «Μάχη των φύλων».

O Μάικλ Φασμπέντερ υποδύεται τον διάσημο ντετέκτιβ Χάρι Χόλε του Τζο Νέσμπο, η ζωή του Βαν Γκονγκ μέσα από τους πίνακές του σε ένα παραμυθένιο animation και η νέα ταινία του Άκι Καουρισμάκι ανάμεσα στις επιλογές της εβδομάδας.

Ο Χιονάνθρωπος, (The Snowman)
Σκηνοθεσία: Τόμας Άλφρεντσον
Παίζουν: Μάικλ Φασμπέντερ, Τζέι Κ. Σίμονς, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Σαρλότ Γκενσμπούρ, Κλόι Σεβινί, Βαλ Κίλμερ.

Eνα κορίτσι ξυπνά κι αναζητά τη μητέρα του. Το σπίτι άδειο. Στον κήπο ένας χιονάνθρωπος.
Ο συναισθηματικά ασταθής αστυνόμος Χάρι Χόλε και η ομάδα του ξεκινούν την έρευνα για μια απλή, φαινομενικά, δολοφονία, όταν ανακαλύπτουν έναν ανησυχητικό αριθμό γυναικών που έχουν χαθεί στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων.
Ένας serial killer παίζει διεστραμμένα παιχνίδια στρατηγικής και ο Χάρι Χόλε καλείται να μπει στο μυαλό του, αλλιώς ένας ακόμα χιονάνθρωπος θα εμφανιστεί κι άλλη μια γυναίκα θα δολοφονηθεί.
Ένα από τα πιο διάσημα βιβλία του Νορβηγού μετρ του μυστηρίου Τζο Νέσμπο μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη ο Τόμας Άλφρεντσον ( αν και το αρχικό πλάνο ήταν να αναλάβει την ταινία ο Μάρτιν Σκορτσέζε, όποιος τελικά κράτησε μόνο τον ρόλο του εκτελεστή παραγωγού) με τον Μάικλ Φασμπέντερ στον ρόλο του ντετέκτιβ Χάρι Χόλε.
Αυτή τη φορά ο δαιμόνιος αλλά και ταυτόχρονα συναισθηματικά ασταθής αστυνομικός έχει να αντιμετωπίσει έναν δολοφόνο που αφήνει ίχνη: κάθε φορά που σκοτώνει φτιάχνει έναν χιονάνθρωπο.
Τα θύματά του είναι γυναίκες που αποφάσισαν μόνες τους να μεγαλώσουν ένα παιδί, να αποκρύψουν την αληθινή ταυτότητα του τέκνου τους, ή να κάνουν έκτρωση. Ταυτόχρονα ο Χόλε έχει να αντιμετωπίσει τον καινούργιο σύντροφο της πρώην του, τα θέματα του έφηβου γιου της, αλλά και την νέα του βοηθό που κρύβει το δικό της μυστικό.

Ο «Χιονάνθρωπος» θεωρείται από τα πιο επιτυχημένα έργα του Νορβηγού συγγραφέα, καθώς εμπεριέχει και το στοιχείο του τρόμου, πράγμα που προσπαθεί να αποτυπώσει και ο Άλφρεντσον.
Μέσα από τα χιονισμένα ως επί το πλείστον πλάνα δημιουργεί μια παγωμένη ατμόσφαιρα θανάτου, όπου οι ήρωές του συνεχώς βρίσκεται υπό την απειλή ενός επικίνδυνου δολοφόνου.
Επίσης αξιοποιεί το ιδιαίτερο τοπίο της Νορβηγίας ( όλα τα γυρίσματα έγιναν στη χώρα-), αλλά και τους σκανδιναβικούς ρυθμούς, επενδύοντας στις σιωπές και στα ψυχρά βλέμματα των πρωταγωνιστών του.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως το μυθιστόρημα του Νέσμπο, όπως τα περισσότερα αστυνομικά, έχει τόσους πολλούς χαρακτήρες που από ένα σημείο και μετά ο σκηνοθέτης φαίνεται πως αρχίζει να χάνει τον λογαριασμό και οι μικρές λεπτομέρειες που έχουν σημασία σε ανάλογες ταινίες ισοπεδώνονται, ή άλλοτε υπερμεγεθύνονται χωρίς τελικά όμως να σημαίνουν απολύτως τίποτα για την τελική λύση.
Επίσης από τον Άλφρεντσον διαφεύγει εντελώς η κοινωνική κριτική που ασκεί στην σκανδιναβική οικογένεια και στους θεσμούς ο Νέσμπο, κι έτσι η περίπτωση του δολοφόνου με τους χιονάνθρωπους δεν αποκτάει καμία περαιτέρω διάσταση πέρα από αυτή ενός μανιακού, που έχει πολλά ψυχολογικά θέματα, πράγμα που δηλώνεται από τα πρώτα λεπτά με ένα flash back στα παιδικά χρόνια του serial killer.

Ο Μάικλ Φασμπέντερ στον ρόλο του θρυλικού πλέον Χάρι Χόλε, που έχει γίνει μέχρι και πόλος έλξης των τουριστών στο Όσλο, με τη σκοτεινή του γοητεία αποδίδει την ευάλωτη συναισθηματική κατάσταση του ήρωά του, όχι όμως και τις ικανότητες που έχει ως ντετέκτιβ.
Δίπλα του η Σάρλοτ Γκενσμπούρ και η Ρεμπέκα Φέργκιουσον που δίνουν έναν ευρωπαϊκό αέρα στην ταινία, μαζί με μια πλειάδα πολλών γνωστών και καλών ηθοποιών που εμφανίζονται ελάχιστα, (Τζέι Κ. Σίμονς, Κλόι Σεβινί, Τόμπι Τζόουνς κι έτσι δεν προλαβαίνουν να προσφέρουν και πολλά, εκτός από τον Βαλ Κίλμερ που κουβαλάει μια ροκ παρακμή.

Η Μάχη των Φύλων, (Battle of the Sexes)
Σκηνοθεσία: Βάλερι Φάρις, Τζόναθαν Ντέιτον
Παίζουν: Έμμα Στόουν, Στιβ Καρέλ, Άντρια Ράιζμπορο, Σάρα Σίλβερμαν, Μπιλ Πούλμαν, Άλαν Κάμινγκ, Ελίζαμπεθ Σου, Όστον Στάουελ, Νάταλι Μοράλες

Ο συγκλονιστικός αγώνας τένις το 1973 ανάμεσα στην Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Μπίλι Τζιν Κινγκ και τον πρώην Πρωταθλητή, Μπόμπι Ριγκς έμεινε στην ιστορία ως η «Μάχη των Φύλων» κι έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή, οπτικοποιημένα αθλητικά event όλων των εποχών.
Ο αγώνας έπιασε τον παλμό της εποχής και πυροδότησε μία παγκόσμια συζήτηση πάνω στο θέμα της ισότητας των φύλων, προωθώντας έτσι το φεμινιστικό κίνημα.

H Έμμα Στόουν και ο Στιβ Καρέλ σε μια μάχη αθλητικών και κοινωνικών στερεοτύπων, που όμως δεν λέει τα πράγματα ξεκάθαρα.

Η ιστορία της μεγάλης τενίστριας Μπίλι Τζιν Κινγκ, που πρωταγωνίστησε στα γήπεδα, αποφάσισε να αλλάξει σεξουαλική ταυτότητα, αλλά και έδωσε μια μεγάλη μάχη εναντίον του σοβινισμού , είναι σίγουρα πιασάρικο θέμα για μια ταινία. Όμως οι σκηνοθέτες Βάλερι Φάρις και Τζόναθαν Ντέιτον δεν αποδεικνύονται ιδιαιτέρως τολμηροί ώστε να θίξουν πιο βαθιά το θέμα της ανισότητας των δυο φύλων και τη θέση των γυναικών, που ακόμα κι αν τα χρόνια πέρασαν από την εποχή της Κινγκ παραμένει ζήτημα.
Αντίθετα παρουσιάζοντας τον αντίπαλό της, τον Ριγκς περίπου ως κλόουν, ενώ οι πραγματικοί σοβινιστές βρίσκονται πίσω του και κινούν τα νήματα, γεγονός που αναφέρεται μόνο ακροθιγώς, εστιάζουν περισσότερο στην ερωτική περιπέτεια της μεγάλης αθλήτριας με την κομμώτριά της και με αυτό τον τρόπο αποδυναμώνουν όσα υπόσχεται ο τίτλος της ταινίας.
Ο αγώνας της Κινγκ δυστυχώς δεν έγινε μόνο επειδή τα μέσα της εποχής ήθελαν να δημιουργήσουν σκάνδαλο, αλλά επειδή πραγματικά υπήρχε σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας η άποψη ότι οι γυναίκες ανήκουν αποκλειστικά στην κουζίνα όποτε η απόφαση της Κινγκ να πάρει μέρος στον αγώνα ήταν ένα δυνατό χτύπημα σε στερεότυπα και προκαταλήψεις, ένας θρίαμβος του φεμινιστικού κινήματος, πράγμα που η ταινία– ίσως για να μην θεωρηθεί παρωχημένη σήμερα- αρνείται να δηλώσει με σαφήνεια.

Η βραβευμένη με Όσκαρ, Έμμα Στόουν ερμηνεύει τον δυναμισμό της Κινγκ, αν και δεν υιοθετεί απόλυτα το αθλητικό της στυλ, ενώ ο πολύ καλός κωμικός ηθοποιός Στιβ Καρέλ δοκιμάζεται σ’ ένα ρόλο που ταιριάζει στις αυτοσχεδιαστικές του ικανότητες, ενώ ταυτόχρονα πετυχαίνει να αναδείξει και τη συντριβή ενός μεσήλικα άντρα που βλέπει την καριέρα, αλλά και τη προσωπική του ζωή να παίρνει την κατιούσα.

Ο Αγαπημένος σου Βίνσεντ, (Loving Vincent)
Σκηνοθεσία: Ντορότα Κομπιέλα και Χιου Γουέλτσμαν
Παίζουν: Ντάγκλας Μπουθ, Ρόμπερτ Γκούλαζικ, Έλινορ Τόμλινσον, Τζερόμ Φλιν

Η ζωή του μεγάλου ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκονγκ μέσα από τους πίνακές του.

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που έγινε όλη με ζωγραφική στο χέρι, αφηγείται την ιστορία του ζωγράφου που άλλαξε την ιστορία της τέχνης. Ο Βίνσεντ Βαν Γκονγκ έλεγε ότι οι ζωγράφοι πρέπει να μιλούν μόνο μέσα από τους πίνακες τους. Έτσι οι σκηνοθέτες Ντορότα Κομπιέλα και Χιού Γουέλτσμαν, μέσα από 65.000 καρέ, ζωγραφισμένα με το χέρι από 125 επαγγελματίες ζωγράφους ( μεταξύ αυτών και Έλληνες) , αποφάσισαν να αφηγηθούν την τραγική του ιστορία, όπως εκείνος θα ήθελε.
Όλα συμβαίνουν με πρόσχημα τη φανταστική ιστορία του Αρμάν Ρουλέν, γιου ενός ταχυδρόμου και φίλου του ζωγράφου, ο οποίος αναζητάει τον Τέο Βαν Γκονγκ για να του παραδώσει το τελευταίο γράμμα του αδερφού του πριν αυτοκτονήσει. Όταν όμως ο νεαρός, τον οποίο είχε ζωγραφίσει ο Βαν Γκονγκ, μαθαίνει πως κι ο Τέο έχει πεθάνει, τότε ως ντετέκτιβ προσπαθεί να ανακαλύψει την αλήθεια.
Το πάθος του σπουδαίου καλλιτέχνη για τη ζωγραφική, η ψυχική του κατάρρευση, η σχέση με τον αδερφό του αλλά και το περιβάλλον του και τελικά ο μυστηριώδης θάνατός του ξεδιπλώνονται μέσα από τα ίδια του τα έργα και ζωντανεύουν σε μια εντυπωσιακή κινούμενη ελαιογραφία, που θα σας ταξιδέψει στο σύμπαν του Ολλανδού δημιουργού.

Το ιδιαίτερο γνώρισμα της ταινίας είναι πως στην αρχή έγιναν γυρίσματα ζωντανής δράσης με ηθοποιούς που ερμηνεύουν τα διάσημα πορτρέτα του Βίνσεντ Βαν Γκονγκ και μετά η κάθε σκηνή ζωγραφίστηκε με το χέρι καρέ καρέ, ακολουθώντας φυσικά το στυλ και τη νοοτροπία του ζωγράφου. Έτσι προκύπτει μια μοναδική μείξη, όπου το σινεμά συναντάει τη ζωγραφική και το ντοκιμαντέρ τη μυθοπλασία με πολύ χρώμα μέσα από εικόνες που καθηλώνουν. Αν και η αφήγηση της ίδιας της ιστορίας ίσως παραμένει τα πλαίσια μιας τυπικής βιογραφίας, η δύναμη των ίδιων των έργων του Βαν γκονγκ και των εικόνων είναι τέτοια που αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα μυστικά στον θεατή.

Η άλλη όψη της ελπίδας, (Toivon Tuolla Puolen / The other side of hope)
Σκηνοθεσία-Σενάριο-Παραγωγή: Άκι Καουρισμάκι
Παίζουν: Σερβάν Χαγί, Σακάρι Κουοσμάνεν, Γιάνε Χιτιαΐνεν, Ίλκα Κοϊβούλα, Νούπου Κοΐβου, Σίμον Χουσεΐν Αλ-Μπαζούν

Ο Κάλεντ, Σύριος μετανάστης, καταφθάνει κρυμμένος σε ένα πλοίο στη Φινλανδία. Ο Βίκστρομ, ένας Φινλανδός πλασιέ, εγκαταλείπει τη γυναίκα, το σπίτι και την εταιρεία του. Όταν ο Βίκστρομ δίνει δουλειά στον Κάλεντ, οι δύο άντρες που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους για διαφορετικούς λόγους, αλλάζουν μαζί τις ζωές τους.
Ο Φιλανδός Άκι Καουρισμάκι μετά το « Λιμάνι της Χάβρης», επιστρέφει στην πόλη του, το Ελσίνκι, και τοποθετείται με χιούμορ κι ανθρωπιά απέναντι στο προσφυγικό ζήτημα, αποσπώντας την Αργυρή Άρκτο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου και το Grand Prix της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών.

Ένας Σύρος πρόσφυγας, ο Κάλεντ, καταφτάνει στο Ελσίνκι για να συναντήσει την ευγένεια καταρχάς των τοπικών φορέων, που όμως στη συνέχεια του αρνούνται το άσυλο, θεωρώντας ότι η κατάσταση στη χώρα του είναι απολύτως ασφαλής, αν και τα Μέσα μεταδίδουν συνεχώς εικόνες από τις βομβαρδισμένες πόλεις. Έτσι εκείνος, πριν απελαθεί οριστικά, διαφεύγει από τον ξενώνα φιλοξενίας όπου κρατείται. Ταυτόχρονα παρακολουθούμε την ιστορία του Βίκστορμ, ενός Φιλανδού πωλητή πουκαμίσων, που εγκαταλείπει την αλκοολική γυναίκα του και τη δουλειά του, και με τα χρήματα που κερδίζει σε έναν αγώνα πόκερ ανοίγει ένα εστιατόριο.
Όταν η μοίρα φέρει στην πόρτα του τον Κάλεντ, ο Βίκστρομ θα του δώσει δουλειά και βοήθεια. Οι δυο άντρες αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη φιλία, που δεν στηρίζεται στις εξομολογήσεις, αλλά στην αμοιβαία κατανόηση.

Ο Καουρισμάκι, με τη χαρακτηριστική του μινιμαλιτσική ατμόσφαιρα αποφεύγει να παρουσιάσει τους πρόσφυγες ως ταλαίπωρα θύματα, αλλά ως ανθρώπους με ανάγκες κι επιθυμίες, υπενθυμίζοντάς μας πως όλοι κάποια στιγμή μπορούμε να βρεθούμε στη θέση τους.
Κινηματογραφεί το Ελσίνκι με μελαγχολική διάθεση, γιατί οι άνθρωποι στην πραγματικότητα είναι αυτοί που φτιάχνουν τις πόλεις, και μέσα από τα poker face των περισσότερων χαρακτήρων του δείχνει πώς η δυτική κοινωνία συμπεριφέρεται απέναντι στο θέμα των μεταναστών.
Ταυτόχρονα όμως με μαύρο χιούμορ και ελάχιστους διαλόγους αναπτύσσει τη σχέση δυο ανδρών, που για διαφορετικούς λόγους εγκατέλειψαν το σπίτι τους, και φροντίζει συχνά να δημιουργεί στιγμές ανάτασης, δίνοντας έτσι μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, που θα βασίζεται στην αλληλεγγύη και στην αποδοχή της διαφορετικότητας.

Η Μεγάλη Υπόσχεση, (The Promise)
Σκηνοθεσία: Τέρι Τζορτζ
Παίζουν: Όσκαρ Αϊζακ, Κρίστιαν Μπέιλ, Σαρλότ Λε Μπον, Ζαν Ρενό

Ο Mίκαελ, ένας εξαίρετος σπουδαστής ιατρικής συναντά την πανέμορφη δασκάλα χορού Άνα στα τέλη του 1914.

Η αρμένικη κληρονομιά τους θα τους φέρει κοντά, αλλά σύντομα εκείνος θα συγκρουστεί με την τωρινή αγάπη της Άνας, έναν Αμερικανό φωτορεπόρτερ, που είναι αποφασισμένος να εκθέσει όλη την αλήθεια για τη γενοκτονία των Αρμενίων.
Όσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία καταρρέει, τόσο πιο έντονα οι τρεις τους θα χρειαστεί να τιθασεύσουν τα πάθη τους, προκειμένου να σωθούν.
Ο Τέρι Τζορτζ είναι αναμφίβολα ένας σημαντικός σεναριογράφος, με ταινίες στο ενεργητικό του , όπως το «Στο όνομα του πατρός» και τον «The Boxer», εδώ όμως περνάει από τη θέση του σκηνοθέτη (αν και το αρχικό πλάνο ήταν να αναλάβει την ταινία ο Μάρτιν Σκορτσέζε, που τελικά κράτησε για τον εαυτό του μόνο τον ρόλο του εκτελεστή παραγωγού) καλείται για να αφηγηθεί την ιστορία ενός τριγώνου σε μια περίοδο της ιστορίας που δεν βλέπουμε συχνά στον κινηματογράφο.
Το 1914 κι ενώ ο Μεγάλος Πόλεμος παραμονεύει, η Οθωμανική Αυτοκρατορία καταρρέει. Ένας Αρμένιος φοιτητής ιατρικής, ο Μίκαελ Μπογκοσιάν , είναι αποφασισμένος να φέρει τη μοντέρνα επιστήμη στο χωριό της καταγωγής του στη Νότια Τουρκία, όπου Τούρκοι μουσουλμάνοι και Αρμένιοι χριστιανοί ζουν ειρηνικά για αιώνες.
Εκεί θα γνωρίσει την επίσης Αρμένια Άνα, που όμως διατηρεί ερωτικό δεσμό με τον Αμερικανό φωτορεπόρτερ Κρις Μάγιερ.
Όσο οι Τούρκοι συνασπίζονται με τους Γερμανούς και η Αυτοκρατορία στρέφεται βίαια εναντίον των εθνικών μειονοτήτων της, οι δύο άντρες πρέπει να συμφιλιωθούν και να ξεπεράσουν τον ανταγωνισμό τους, για να επιβιώσουν από τα γεγονότα που απειλούν τις ζωές τους.

Ο Τζορτζ μιλάει ανοιχτά για την γενοκτονία των Αρμενίων, πλάθοντας χαρακτήρες, που από τη μια βασανίζονται από το προσωπικό τους δράμα και ταυτόχρονα ξεπερνούν τους εγωισμούς τους, προκαλώντας στην ουσία τον θεατή του να αναλογιστεί την ευθύνη του απέναντι στην ιστορική συγκυρία.
Ακολουθώντας όμως μια συμβατική κινηματογράφηση, που σε σημεία θυμίζει τηλεοπτικές σειρές, δεν αποφεύγει το μελόδραμα και περισσότερο στρέφεται σε μια εκπαιδευτική λογική, που στόχο έχει να γνωρίσει στο κοινό ένα τραγικό κομμάτι της Ιστορίας για το οποίο δεν λέγονται πολλά.

Ο Όσκαρ Ισαάκ και η Σαρλίζ Λε Μπον υποδύονται το κεντρικό ερωτικό ζευγάρι με ευαισθησία, ενώ ο Κρίστιαν Μπέιλ στο ρόλο του ανθρωπιστή Κρις Μάγιερ αποκαλύπτει την ευάλωτη πλευρά του ανθρώπου που γίνεται αυτόπτης μάρτυρας μιας τραγωδίας, αλλά αποφασίζει να δράσει και να προσφέρει το δικό του λιθαράκι στον αγώνα για την αλήθεια.

Κάτω από τον ήλιο, (V Paprscích Slunce /Under the Sun)
Ντοκιμαντέρ
Σκηνοθεσία: Βιτάλι Μάνσκι

Μια ταινία ντοκιμαντέρ που είναι κάτι παραπάνω από μια απλή καταγραφή της καθημερινής ζωής στην πιο περίκλειστη χώρα του κόσμου: τη Βόρεια Κορέα.
Οι αρχές της Βόρειας Κορέας ανέθεσαν στον αντισυμβατικό Βιτάλι Μάνσκι να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με την καθημερινή ζωή των κατοίκων.
Φυσικά το σενάριο, οι χώροι και τα πρόσωπα που συμμετέχουν στο ντοκιμαντέρ είναι επιλεγμένα από το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν, όμως ο πρωτοποριακός σκηνοθέτης επανασύνθεσε με μαεστρικό τρόπο το υλικό του, καταγράφοντας με έμμεσο και υπαινικτικό τρόπο την κατάσταση της χώρας.

Μέσα από τις πρωινές γυμναστικές ασκήσεις, το μάθημα στα σχολεία, τις γιορτές και τις εκδηλώσεις προς τιμή του δικτάτορα, αλλά και την καθημερινή ζωή ενός μικρού κοριτσιού που ετοιμάζεται να γίνει μέλος της Εθνικής Νεολαίας, ο Μάνσκι καταγράφει μια σκηνοθετημένη εικόνα της καθημερινής ζωής, υπενθυμίζοντας όμως πως η πραγματικότητα απέχει παρασάγγας.
Γι ’αυτό το λόγο επιλέγει να κινηματογραφήσει και τη διαδικασία των προβών πολλών σκηνών, δηλαδή την ίδια του τη σκηνοθεσία, κι έτσι μέσα από μια διαρκή επανάληψη πετυχαίνει να αποτυπώσει το κλίμα της προπαγάνδας που επικρατεί στη χώρα. Αυτά τα δυο διαφορετικά κομμάτια έρχονται σε αντίστιξη μεταξύ τους, αποκαλύπτοντας τελικά μια αλήθεια, διαφορετική από αυτή που επιθυμούν οι εργοδότες του, αν και γνωστή στους υπόλοιπους θεατές.

Μέσα από εικόνες αυστηρής τάξης και κιτς εκδηλώσεων, αφήνει να εισχωρήσουν μικρά στιγμιότυπα της πραγματικής ζωής- με αποκορύφωμα τη σκηνή που η μικρή του πρωταγωνίστρια με δυσκολία κρατάει ανοιχτά τα μάτια της σε μια ομιλία για τα οφέλη του καθεστώτος- και ακολουθώντας τη λογική του «να σκηνοθετεί αυτό που βλέπει» αποτυπώνει τελικά την ατμόσφαιρα ανελευθερίας, που ο ίδιος βίωσε από την επίσκεψή του στη Βόρεια Κορέα, χωρίς όμως να μπορεί τελικά να προσφέρει πολλά περισσότερα από ένα σπάνιο υλικό.

Εκδικητής, (The Foreigner)
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Κάμπελ
Παίζουν: Τζάκι Τσαν, Πιρς Μπρόσναν, Κέιτι Λέουνγκ, Ρούφους Τζόουνς, Μαρκ Τάντι, Τσάρλι Μέρφι

Ο Τζάκι Τσαν και ο Πιρς Μπρόσναν επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη υπό τη σκηνοθετική ματιά του Μάρτιν Κάμπελ (Casino Royale).

Η ταινία αναφέρεται στην ιστορία του ταπεινού επιχειρηματία Κουάν, που ζει στο Λονδίνο, του οποίου το κρυμμένο –για πολλά χρόνια- παρελθόν βγαίνει στην επιφάνεια, μέσω μίας εκδικητικής βεντέτας, όταν το μόνο πρόσωπο που αγαπάει, η έφηβη κόρη του, δολοφονείται σε ένα «τυφλό» τρομοκρατικό χτύπημα με πολιτικά κίνητρα.
Ψάχνοντας ασταμάτητα για την ταυτότητα των τρομοκρατών, ο Κουάν εξαναγκάζεται σε μία σύγκρουση με έναν Βρετανό κυβερνητικό αξιωματούχο, το παρελθόν του οποίου ίσως κρύβει στοιχεία για τους πραγματικούς δολοφόνους.
Βασισμένο στο δημοσιευμένο το 1992 μυθιστόρημα του καταξιωμένου συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας, Στίβεν Λέδερ, «The Chinaman», ο «Εκδικητής» επικαιροποιείται από τον σεναριογράφο Ντέιβιντ Μαρκόνι (Enemy of the State, Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει 4.0).

Παρότι το βιβλίο εκτυλίσσεται στην αρχή των ‘90s κατά τη διάρκεια των Ταραχών –της περιόδου που ο ΙΡΑ βομβάρδιζε το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Βόρειο Ιρλανδία- οι παραγωγοί θεώρησαν πως οι κεντρικές θεματικές έχουν την ίδια δυναμική στην τωρινή εποχή.
Ο Τζάκι Τσαν, που πλέον έχει περάσει στη σφαίρα του θρύλου για τις εκρηκτικές σκηνές πολεμικών τεχνών και τις πληθωρικές του ερμηνείες, καλείται να υποδυθεί έναν χαρακτήρα με σιωπηλή ένταση, ενώ ο Πιρς Μπρόσναν ερμηνεύει τον ρόλο του Λίαμ Χένεσι, πρώην διοικητή του IRA, που πλέον είναι Βρετανός αξιωματούχος.

 

No Comments Yet

Comments are closed