Νέες ταινίες: Κόλιν Φερθ αλά Τζέιμς Μποντ και η Ζιλιέτ Μπινός σέξι γιαγιά

Τα παιδικά χρόνια του Leatherface, το συγκλονιστικό σκηνοθετικό ντεμπούτο της Ραϊάνα που πραγματεύεται την καταπίεση των γυναικών και μια γελοιογραφική αποδόμηση των ΗΠΑ είναι ανάμεσα στις επιλογές της εβδομάδας.

Στους κινηματογράφους και η επαναπροβολή του « Μystery train» του Τζιμ Τζάρμους, αλλά και ο «Άνθρωπος που έπεσε στη γη» με τον αλησμόνητο Ντέιβιντ Μπάουι.

Ακόμα Κρύβομαι για να Καπνίσω, (À mon âge je me cache encore pour fumer)
Σενάριο- Σκηνοθεσία: Ραϊάνα
Παίζουν: Χιάμ Αμάς, Φαντιλά Μπελκεμπλά, Νάντια Κάσι, Νάσιμα Μπενσικού

Ένα χαμάμ στο Αλγέρι γίνεται το σκηνικό για μια σειρά από καυτές, προκλητικές, ξεκαρδιστικές και βίαιες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε γυναίκες κάθε ηλικίας και πεποιθήσεων.
Ένα μαχητικό κινηματογραφικό ντεμπούτο, που απέσπασε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης από τη Ραϊάνα, μια γυναίκα που απέδρασε από το Αλγέρι και έχει ζήσει τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, με πρωταγωνίστρια τη σπουδαία Χιάμ Αμπάς («Μόναχο», «Η Λεμονιά», «Παράδεισος Τώρα») .
Εμπνευσμένο από το θεατρικό έργο της Νελ Νταν «Χαμάμ γυναικών», που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στο Παρίσι, και γυρισμένο στη Θεσσαλονίκη, στο Μπέη Χαμάμ, το « Ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω», που την παραγωγή του έχει αναλάβει η Μισέλ Γαβράς, είναι ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο για την θέση των γυναικών και μια τολμηρή καταγραφή του φανατισμού και του σκοταδισμού.
Σε ένα χαμάμ, που διευθύνει η Φατιμά, γυναίκες συρρέουν καθημερινά αναζητώντας μια διαφυγή από την κακομεταχείριση των ανδρών. Εκεί βγάζουν τις μαντίλες τους και ελεύθερες για μερικές ώρες μοιράζονται τα όνειρά τους, τα βάσανά τους, καπνίζουν, κουτσομπολεύουν, κανονίζουν προξενιά, έρχονται σε αντιπαραθέσεις. Όταν μια νεαρή, ανύπανδρη έγκυος αναζητάει καταφύγιο για να γλιτώσει από την οργή του αδερφού της, οι γυναίκες πρέπει να συνασπιστούν, να ξεπεράσουν όσα τους χωρίζουν και να αντιμετωπίσουν την απειλή.
Η σκηνοθέτης τολμάει να περιγράψει με θάρρος ένα κόσμο όπου οι γυναίκες θεωρούνται ακόμα «η ρίζα του κακού» και μέσα από διαφορετικές ιστορίες που συναντιούνται στον καθαρτικό χώρο του χαμάμ , διεισδύει στην γυναικεία ψυχοσύνθεση και σε μια πραγματικότητα που ακόμα και σήμερα πολλοί αποφεύγουν να δουν κατάματα. Με ποιητική διάθεση κινηματογραφεί τα ημίγυμνα σώματα των ηρωίδων της, ως μια πράξη ελευθερίας, και δομεί ενδιαφέρουσες σχέσεις και συγκρούσεις, αποτυπώνοντας έτσι την πολιτική κατάσταση της χώρας της και στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα .
Το ενδιαφέρον είναι πως η Ραϊάνα δεν υπογράφει απλώς μια καταγγελία, αλλά φροντίζει να δείξει γιατί η άλλη πλευρά , αυτή των αντρών, υποστηρίζει μια τάξη πραγμάτων που έμαθε και της κληροδοτήθηκε ως παράδοση κι έτσι ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο σχετικά με τις γενεσιουργές αιτίες του φονταμενταλισμού, πράγμα που θα έπρεπε ουσιαστικά να απασχολεί τον δυτικό κόσμο.
Αν και συναισθηματικά φορτισμένη, η δημιουργός καταφέρνει να βρει χαραμάδες φωτός και τελικά αποτυπώνει ένα ν πολύχρωμο μικρόκοσμο, όπου η γυναικεία φύση πρωταγωνιστεί, αποδεικνύοντας ότι σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης μας ενώνουν κοινές επιθυμίες και ανάγκες. Συχνά χρησιμοποιεί τη θεατρικότητα του σεναρίου της και στην κίνηση της κάμερας, οργανώνοντας τις ομαδικές σκηνές σαν Χορό αρχαίας τραγωδίας, και με ένα συγκινητικό και εικαστικό φινάλε, όπου οι μαύρες μαντίλες πετούν στον καταγάλανο ουρανό σαν σμήνος πουλιών, προσδοκά ένα καλύτερο αύριο.

Στο Τέλος του Τούνελ, (Al Final del Túnel)
Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Γκράντε
Παίζουν: Λεονάρντο Σμπαράλια, Κλάρα Λαγό, Πάμπλο Ετσάρι

Ο Χοακίν είναι παγιδευμένος στο ίδιο του το σπίτι, μετά από ένα ατύχημα που τον άφησε σε αναπηρικό καροτσάκι. Η δύσκολη οικονομική του κατάσταση τον αναγκάζει να νοικιάσει ένα δωμάτιο του σπιτιού του.
Η άβολη συνύπαρξη του με τη νέα του συγκάτοικο μετατρέπεται σιγά σιγά σε φιλία κι ερωτικό ενδιαφέρον, μέχρι που ο Χοακίν ανακαλύψει ότι εκείνη βρίσκεται εκεί για άλλο λόγο. Μαζί με τους συνεργάτες της είχαν οργανώσει το τέλειο έγκλημα, όταν ο Χοακίν αποφάσισε να παρέμβει.
Ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, που αν και με κάποια μικρά κενά στο σενάριο, αποδεικνύει για ακόμα μια φορά ότι η ισπανική σχολή ξέρει καλά την τέχνη του σασπένς.
Ο Χοακίν, ένας άντρας που μετά από ένα δυστύχημα έχασε τη γυναίκα και την κόρη του, έχει μείνει ανάπηρος.
Αποκομμένος από τον κόσμο και κλεισμένος στο σπίτι, ασχολείται ώρες με τους ηλεκτρονικούς του υπολογιστές. Λόγω οικονομικών προβλημάτων, θα αναγκαστεί να νοικιάσει ένα δωμάτιο σε μια χορεύτρια, που θα εισβάλλει δυναμικά στη ζωή του μαζί με την μικρή της κόρη, η οποία αρνείται να μιλήσει. Η νεαρή γυναίκα ξυπνάει την ερωτική επιθυμία στον Χοακίν, όταν όμως αυτός θα συνειδητοποιήσει ότι είναι μέλος μιας σπείρας που σχεδιάζει να ληστέψει την τράπεζα με την οποία συνορεύει το σπίτι του, τα πράγματα περιπλέκονται.
Ο Ροντρίγκο Γκράντε κινείται σε δυο χώρους: στο επάνω μέρος του σπιτιού και στο υπόγειο τούνελ που σκάβουν οι ληστές, και μέσα από τις εναλλαγές του φωτός προβάλλει δυο παράλληλες πραγματικότητες που τελικά θα συναντηθούν με οδυνηρές συνέπειες. Αν και συχνά το σενάριο προσπερνάει βιαστικά κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες, ή αφήνει αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τις επιλογές του κεντρικού ήρωα, ο Γκράντε καταφέρνει να κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή. Σταδιακά ξεδιπλώνει το νήμα μιας σκοτεινής υπόθεσης, αποκαλύπτοντας σε καίρια σημεία απρόσμενες παραμέτρους που ξαφνιάζουν.
Με ένταση και πολύ καλούς ρυθμούς , κινηματογραφεί διαδρομές ανθρώπων που προσπαθούν τελικά να βρουν το δικό τους φως μέσα στο τούνελ που έχουν βυθιστεί.
Ο Λεονάρντο Σμπαράλια σε μια εξαιρετική ερμηνεία, χρησιμοποιεί , αν και υποδύεται έναν ανάπηρο άντρα, το σώμα του με μοναδικό τρόπο, αποπνέοντας θέληση για ζωή κόντρα στην ατμόσφαιρα θανάτου που περιβάλλει την ταινία.

Kingsman: Ο Χρυσός Κύκλος, (Kingsman: The Golden Circle)
Σκηνοθεσία: Μάθιου Βον
Παίζουν: Κόλιν Φερθ, Τζούλιαν Μουρ, Τάρον Έγκερτον, Μαρκ Στρονγκ Χάλι Μπέρι, Έλτον Τζον, Τσάνινγκ Τέιτουμ, Τζεφ Μπρίτζες

Όταν καταστρέφονται τα κεντρικά γραφεία της Kingsman , οι επιζώντες οδηγούνται στην ανακάλυψη ενός οργανισμού κατασκοπίας στην Αμερική με το όνομα Statesman. Οι δυο οργανισμοί πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την απειλή της σατανική Πόππι.
Η συνέχεια της πρώτης ταινίας για την Kingsman, που βασίζεται στο κόμικ «The Secret Service» tου Μαρκ Μίλαρ και του Ντέιβ Γκίμπονς, βρίσκει την υπηρεσία πληροφοριών, που κρατάει τον κόσμο ασφαλή, κατεστραμμένη.
Ο Έγκσι μαζί με τον Μέρλιν, που έχουν επιζήσει της καταστροφής, πρέπει να ταξιδέψουν ως την Αμερική, όπου θα ανακαλύψουν έναν οργανισμό κατασκοπίας συγγενή με τον δικό τους, τους Statesmen, οι οποίοι είναι αυτοδημιούργητοι δισεκατομμυριούχοι και φτιάχνουν απίστευτης τεχνολογίας όπλα. Η Πόππι όμως, η πιο επιτυχημένη έμπορος ναρκωτικών του κόσμου που ηγείται του «Χρυσού κύκλου», απειλεί την ανθρωπότητα, την ώρα που ο πρόεδρος των ΗΠΑ αδιαφορεί παντελώς για τα πλήθη που κινδυνεύουν. Τότε η Kingsman αναλαμβάνει δράση.
Όπως και στην πρώτη ταινία έτσι και κι εδώ δεν λείπει η τρέλα, το χιούμορ και η δράση: ιλιγγιώδεις ταχύτητες, απίστευτες σεκάνς μαχών και φυσικά ξεκαρδιστικές ατάκες, συνιστούν μια ενδιαφέρουσα μίξη κωμωδίας και κατασκοπικού φιλμ, που προ τριετίας είχε κερδίσει το κοινό .
Ο Μάθιου Βον προσπαθεί να ανανεωθεί, στηριζόμενος κυρίως στην παρουσία νέων ηρώων, δημιουργώντας μια πολύχρωμη γελοιογραφία, που όμως σε σημεία χάνει τον ειρμό της και καταλήγει σε υπερβολές κι επαναλήψεις. Οι γνωστοί χαρακτήρες δεν εξελίσσονται ιδιαιτέρως, το σενάριο δεν αποφεύγει τα κλισέ, αν και δεν λείπουν κάποια ευφάνταστα σκηνικά, ούτε φυσικά το πολιτικό σχόλιο για την διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, πράγμα που τελευταία βλέπουμε σε ολοένα και περισσότερες ταινίες.
Η Τζούλιαν Μουρ δίνει μια άλλη διάσταση στην κακιά Πόππι, που πίσω από το μειλίχιο χαμόγελό της και το look μεσοαστής νοικοκυράς του ’50 έχει στήσει μια ολόκληρη επιχείρηση εξόντωσης του κόσμου.
Ο Κόλιν Φερθ , κλασάτος και gentlemαn, είναι απολαυστικός, ενώ ο Τάρον Έγκερτον, που μετά τη συμμετοχή του στην πρώτη ταινία, βλέπει την καριέρα του να εκτοξεύεται, ισορροπεί ανάμεσα στην αυθάδεια και την αθωότητα του Έγκσι με πειστικότητα. Ξεκάθαρα όμως κερδίζει τις εντυπώσεις ο Μπρους Γκρίνγουντ στον ρόλο του αμοράλ αμερικανού Προέδρου.

Ομίχλη τον Αύγουστο, (Nebel im August)
Σκηνοθεσία: Κάι Ουέσσελ
Παίζουν: Σεμπάστιαν Κοχ, Ίβο Πιέτζκερ, Φρίτζι Χάμπερλαντ

Με φόντο το ταραχώδες σκηνικό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο δεκατριάχρονος Έρνστ θα βρει την οικογένεια που είχε από καιρό χάσει, ανάμεσα στις νοσοκόμες και τα άλλα παιδιά του ιδρύματος, όπου κρατείται. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει ότι πίσω από τη βιτρίνα του ιδρύματος κρύβεται ένα θανάσιμο μυστικό. Τότε ο Έρνστ θα κάνει τα πάντα για να βοηθήσει τους νέους φίλους του και να σαμποτάρει τα σχέδια των μεγάλων.
Βασισμένη στο ομώνυμο ιστορικό μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Ντόμες, η ταινία αφηγείται την συγκινητική αληθινή ιστορία του δεκατριάχρονου Έρνστ Λόσσα, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο Κάι Ουέσσελ επιστρέφει στην πιο σκοτεινή περίοδο του 20ου αιώνα, εξετάζοντας ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της γερμανικής ιστορίας: το πρόγραμμα ευθανασίας των Ναζί κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ, όπου περισσότερα από πέντε χιλιάδες παιδιά έχασαν τη ζωή τους.
Ο κεντρικός του ήρωας, ο μικρός Έρνστ , που είναι Γιένις, κρατείται σε ένα ίδρυμα, όπου ο Χίτλερ έχει συγκεντρώσει ανάπηρα παιδιά, ανθρώπους με ψυχικά ή διανοητικά προβλήματα με στόχο φυσικά τον αφανισμό τους.
Ο σατανικός γιατρός, που ηγείται του προγράμματος, πίσω από το ευγενικό του προσωπείο, ετοιμάζει το σχέδιο εξόντωσής τους, ενώ μια καθολική καλόγρια ανακαλύπτει τις προθέσεις του και προσπαθεί να προστατεύσει όσα περισσότερα παιδιά μπορεί.
Ο μικρός Λόσσα θα γνωρίσει την αληθινή φιλία στο πρόσωπο μιας μικρής συγκρατούμενής του και μαζί της θα προσπαθήσει να επιβιώσει από τον εφιάλτη.
Ο Κάι Ουέσσελ, πέρα από το γεγονός ότι τολμάει να αγγίξει ένα ευαίσθητο θέμα για τους συμπατριώτες του, υπογραμμίζοντας ότι οι ακραίες ιδεολογίες τελικά δεν γνωρίζουν κανενός είδους όριο, μπορεί μεν να να μην εκπλήσσει, όμως ξεπερνάει τους σκοπέλους της εύκολης συγκίνησης που το θέμα του μπορεί να του προσφέρει και τελικά αποκαλύπτει πώς ο φανατισμός αλλοιώνει τον άνθρωπο και αναδεικνύει τα πλέον δολοφονικά του ένστικτα.
Εύστοχα επιλέγει οι νοσοκόμοι του θανάτου να έχουν αγγελικά πρόσωπα, ενώ ο καλοσυνάτος κατά τα φαινόμενα γιατρός της κλινικής μετατρέπεται σε ένα αδηφάγο πωρωμένο τέρας, που δεν έχει κανένα ηθικό ενδοιασμό αντίθετα δικαιολογεί, σχεδόν αποθεώνει τα φριχτά του εγκλήματα.
Έτσι χωρίς να παρουσιάζει ουσιαστικά τους αυτουργούς αυτής της αποτρόπαιης ιστορίας ως τέρατα, οδηγείται στις βαθύτερες αιτίες και φωτίζει πώς ανδρώνονται τα υβρίδια του φασισμού και που στηρίζονται, ενώ δεν φοβάται να καταδείξει ακόμα και τον ρόλο της Εκκλησίας σε αυτή την ιστορία, που εδώ κωφεύει απέναντι στις προειδοποιήσεις για τα όσα συμβαίνουν και δεν αποφασίζει να παρέμβει δραστικά.
Τελικά ο Ουέσσελ φαίνεται να υποστηρίζει πως οι ένοχοι είναι πολύ περισσότεροι και καταγγέλλει ανοιχτά όχι μόνο όσους πράττουν αλλά και όσους συνειδητά αδρανούν. Ο Σεμπάστιαν Κοχ αποδίδει με μαεστρία το μικρόβιο του φανατισμού, ενώ ο μικρός Ίβο Πιέτζκερ κερδίζει τις εντυπώσεις αλλά και τις καρδιές μας με μια συγκινητική ερμηνεία, εκπροσωπώντας όλα τα αθώα θύματα των εγκλημάτων της ανθρωπότητας.

Μαμά ή Γιαγιά; (Telle mère, telle fille/) Baby Bumb(s) 
Σκηνοθεσία: Νοεμί Σαλιό
Παίζουν: Ζιλιέτ Μπινός, Καμίλ Κοτέν, Λαμπέρ Ουίλσον, Κατρίν Τζακόμπ, Ζαν – Λικ Μπιντό

Η Aβρίλ και η μητέρα της Mαντό είναι αχώριστες αν και τελείως διαφορετικές.
Η Αβρίλ είναι τριάντα ετών, παντρεμένη, εργάζεται και γενικώς είναι πολύ οργανωτική. Αντίθετα η μητέρα της είναι μία αιώνια έφηβη, που από την ημέρα που πήρε διαζύγιο έχει εγκατασταθεί στο σπίτι της κόρης
της. Όταν η Aβρίλ της ανακοινώνει ότι είναι έγκυος, αυτή συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδί και αρνείται να αποδεχτεί την μελλοντική της ιδιότητα σαν γιαγιά.
Όταν μάλιστα συνειδητοποιεί ότι είναι και η ίδια έγκυος, τότε η ευαίσθητη ισορροπία στη σχέση μάνας και κόρης κλονίζεται . Έτσι ενώ η Mαντό δεν είναι καθόλου έτοιμη να γίνει μητέρα για δεύτερη φορά, η Aβρίλ την ίδια στιγμή δεν είναι καθόλου έτοιμη να δει τη μητέρα της να γίνεται ξανά μητέρα.
Η Ζιλιέτ Μπινός, ως σέξι και ροκ γιαγιά, πρωταγωνιστεί σε μια κωμωδία που ανατρέπει τις προκαταλήψεις μας σχετικά με το χάσμα των γενεών.
Σε αντίθεση με αυτό που οι περισσότεροι πιστεύουν , στο «Μαμά ή γιαγιά», η νέα γενιά παρουσιάζεται οργανωμένη και συντηρητική, ενώ η πενηντάρα Μαντό, που παραμένει αιωνίως έφηβη κι αρνείται να ωριμάσει, , εκπροσωπεί τη γενιά εκείνη που κάποτε πάλευε τον κονφορισμό.
Αρνούμενη λοιπόν να πάρει τη ζωή της στα χέρια της, εγκαθίσταται στο σπίτι της κόρης της, της Αβρίλ, και την αναστατώνει. Όταν οι δυο γυναίκες θα μείνουν ταυτόχρονα έγκυες, η νέα πραγματικότητα θα προκαλέσει συγκρούσεις και χάος στις σχέσεις τους.
Η στερεοτυπική σχέση μητέρας και κόρης ιδωμένη από μια διαφορετική οπτική, χωρίς όμως πολλές εκπλήξεις, αποτελεί τον βασικό άξονα της Νοεμί Σαλιό, που ακολουθώντας συμβατικούς δρόμους υπογράφει μια εύφορη οικογενειακή κωμωδία, χωρίς μεγάλες αξιώσεις. Οι όποιες δραματικές σκηνές ξεπερνιούνται εύκολα, ο βαθύτερος δεσμός των δυο γυναικών δεν εξελίσσεται παραμένει στο επίπεδο μιας ανάλαφρης κι αναμενόμενης κομεντί, που μοιάζει με φόρο τιμής σε όλους τους μεσήλικες που δεν θέλουν να μεγαλώσουν.
Το δυνατό ατού της ταινίας βέβαια είναι η Ζιλιέτ Μπινός- ξανθιά αυτή τη φορά- που φαίνεται να διασκεδάζει ως τρελογιαγιά, και αναδεικνύει το κωμικό της ταλέντο, χωρίς να χάνει την γαλλική της κομψότητα.

Το Κύμα, (Bolgen/ The Wave)
Σκηνοθεσία: Ρόαρ Ουτχάουγκ
Παίζουν: Κρίστοφερ Τζόνερ, Ανε Νταλ Τορπ, Τόμας Μπο Λάρσεν, Φρίντζοβ Σαχάιμ:

Ο χειρότερος φόβος ενός έμπειρου γεωλόγου θα γίνει πραγματικότητα όταν θα συμβεί η μεγάλη δόνηση στην μικρή πόλη του Γκεϊράνγκερ. Χιλιάδες κόσμος έχει μόλις 10 λεπτά για να σωθεί.
Μια ταινία καταστροφής από την Βόρεια Ευρώπη που υπογράφει ο σκηνοθέτης Ρόαρ Ουτχάουγκ, ο οποίος ανέλαβε και το reboot του Tomb Raider.
Εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν στη Νορβηγία το 1934, η ταινία αφηγείται πώς η ειδυλλιακή πόλη Γκεϊράνγκερ βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τρομακτικό σεισμικό κύμα.
Ένας διάσημος γεωλόγος, λίγο πριν μετατεθεί στη νέα του θέση, διαβλέπει τον κίνδυνο και προσπαθεί να πείσει τους συνεργάτες του να σημάνουν συναγερμό. Δυστυχώς όμως τα γεγονότα τρέχουν πολύ πιο γρήγορα απ’ ό, τι η ερευνητική ομάδα μπορεί να υπολογίσει κι έτσι εν μια νυχτί, κομμάτια του βουνού καταρρέουν, ένα τεράστιο κύμα απειλεί την πόλη και πλέον οι κάτοικοι έχουν μόνο μερικά λεπτά να ανέβουν στον λόφο και να σώσουν τις ζωές τους. Μέσα στον πανικό που επικρατεί, ο γεωλόγος και η οικογένειά του προσπαθούν να επιβιώσουν.
Σίγουρα το Χόλιγουντ έχει την πρωτοκαθεδρία στα disaster movies, κι όχι άδικα αφού είναι λίγες οι χώρες που μπορούν να χρηματοδοτήσουν ανάλογες υπερπαραγωγές.
Η Νορβηγία τολμάει παρόλα αυτά, να και δεν έχει τις προϋποθέσεις, γεγονός που αναγκάζει τον Ουτχάουγκ να περιορίζεται σε ελάχιστες σκηνές καταστροφής, όχι ιδιαιτέρως εντυπωσιακές, – αντίθετα τα ειδυλλιακά τοπία του Γκρεϊράνγκερ κερδίζουν σαφώς στα σημεία.
Η πρόθεση της δημιουργικής ομάδας βέβαια είναι να εστιάσει περισσότερο στον ανθρώπινο παράγοντα και στον αγώνα για επιβίωση απέναντι στη φύση που ξεσπάει,. Έτσι ο Oυτχάουγκ ακολουθεί αγωνιωδώς τους ήρωές του, εστιάζοντας στην απόγνωσή τους, όμως δυστυχώς η ιστορία που έχει στα χέρια του δεν είναι τόσο δυνατή για να αντέξει δυο ώρες.
Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία χωρίς φοβερά εφέ από τη μία, χωρίς δυνατές σχέσεις και συγκρούσεις από την άλλη, που τελικά παραπαίει και δεν μπορεί να βρει την ταυτότητα της.
Το δε βεβιασμένο και αρκετά αναληθοφανές happy end , που επιλέχτηκε για προφανείς λόγους εμπορικότητας, είναι το αποτέλεσμα μιας τελικά άκαρπης προσπάθειας των παραγωγών να αναμετρηθούν με τα μεγάλα στούντιο.

Leatherface
Σκηνοθεσία: Αλεξάντρ Μπουστίγιο, Ζιλιέν Μορί
Παίζουν: Στίβεν Ντορφ, Λίλι Τέιλορ, Σάμιουελ Στράικ, Βανέσα Γκρας

Η ανατριχιαστική ιστορία που διαμόρφωσε έναν από τους πιο φρικιαστικούς δολοφόνους της μεγάλης οθόνης: τον φοβερό και τρομερό Leatherface.
Η ιστορία ενός από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες κακών της έβδομης τέχνης, του «Σχιζοφρενούς δολοφόνου με το πριόνι» σε ένα splatter που θα σας αρρωστήσει.
Σε αυτό το prequel της πλέον επιδραστικής ταινίας τρόμου όλων των εποχών, παρακολουθούμε τα παιδικά χρόνια του Leatherface, του οποίου η σατανική μητέρα προσπαθεί να τον εθίσει στο έγκλημα. Η καλοσυνάτη κι ευαίσθητη φύση του αντιστέκεται. Όταν όμως η οικογένειά του δολοφονήσει την κόρη ενός αστυνομικού, ο μικρός θα βρεθεί στο αναμορφωτήριο.
Μερικά χρόνια αργότερα , θα αποδράσει μαζί με τον αδερφό του και δυο διεστραμμένους εγκληματίες, παίρνοντας ως όμηρο την πιο όμορφη νοσοκόμα του ιδρύματος. Ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί μια τρυφερή φιλία, όμως η ζωή θα φέρει τον Leatherface για ακόμα μια φορά αντιμέτωπο με τη βία. Κι ενώ ο αστυνομικός που θρηνώντας τον χαμό της κόρης του τους κυνηγάει αναζητώντας εκδίκηση, σταδιακά ο νεαρός ήρωας θα μετατραπεί σε έναν στυγερό δολοφόνο.
Οι Γάλλοι σκηνοθέτες Αλεξάντρ Μπουστίγιο και Ζιλιέν Μορί που έχουν αναλάβει το εγχείρημα πατούν στην κλασική συνταγή του horror movie, δεν τσιγκουνεύονται το αίμα, τους ακρωτηριασμούς και τις σκηνές ωμής και αρρωστημένης βίας.
Όμως η πρόθεσή τους να φωτίσουν τις ψυχολογικές αιτίες και τα κίνητρα που έκαναν τον Leatherface αυτό που είναι επιλύονται αρκετά εύκολα, κι έτσι αποτυγχάνουν ν να κάνουν μια ουσιαστική κριτική για τον θεσμό της οικογένειας, πράγμα που μάλλον θα αναζητούσε ο πρόσφατα εκλιπών Τόμπι Χούπερ που με τον «Σχιζοφρενή δολοφόνο με το πριόνι» σόκαρε την κοινή γνώμη.
Ο καλός ηθοποιός Στίβεν Ντόρφ, που έχει μείνει ανεκμετάλλευτος από την κινηματογραφική βιομηχανία, στο ρόλο του επίσης άρρωστου, σχεδόν μανιακού αστυνομικού, δείχνει πως η βία, απ’ όπου κι προέρχεται, είναι πάντα φρικτή, ενώ οι υπόλοιποι ηθοποιοί της διανομής έχουν στα χέρια τους μονοδιάστατους χαρακτήρες, απόλυτα κακούς ή καλούς, που δεν τους αφήνουν και πολλά περιθώρια, πέρα από το να υπογραμμίζουν την τρέλα που προκαλεί το αίμα.

Επαναπροβολές:

Ο Άνθρωπος που Έπεσε στη Γη, (The Man Who Fell to Earth)
Σκηνοθεσία: Νίκολας Ρεγκ
Παίζουν: Ντέιβιντ Μπόουι, Ριπ Τορν, Κάντι Κλαρκ, Μπακ Χένρι

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γουόλτερ Τέβις, η θρυλική πλέον ταινία του Νίκολας Ρεγκ παρακολουθεί την άνοδο και την πτώση ενός άκρως χαρισματικού εξωγήινου πλάσματος, που φθάνει στη Γη προκειμένου να βρει σωτηρία για τον μακρινό πλανήτη του που υποφέρει από λειψυδρία.
Η ιδιαίτερη ευφυΐα του και οι εξελιγμένες γνώσεις του θα τον εκτοξεύσουν στην κορυφή της επιτυχίας, αναδεικνύοντας τον σαν ένα πανίσχυρο επιχειρηματία.
Από την άλλη όμως, η ταχύτατη ανάδυση της ευάλωτης ανθρώπινης πλευράς του θα τον καταβαραθρώσουν σε μια σκοτεινή άβυσσο ταπεινών ανθρώπινων αδυναμιών. Σεξ, αλκοόλ και απόλυτη αδιαφορία θα τον συρρικνώσουν με την ίδια αστρονομική ταχύτητα από θεόρατο, υπέρλαμπρο supernova, σ’ έναν ανύπαρκτο, άψυχο, κρυστάλλινο, μαύρο νάνο.
Το κομψοτέχνημα του Ρεγκ εξερευνά την παρακμή του δυτικού πολιτισμού μέσα από ένα μεγαλειώδες χρονικό έκπτωσης της αθωότητας.
Δίπλα στην πεσιμιστική εικόνα μιας αδυσώπητης αλληγορίας για την παρακμή του ανθρώπινου πολιτισμού, το σκεπτόμενο αυτό sci-fi ενεργοποιεί συναισθήματα ανέλπιστα για ένα συνήθως ψυχρό κινηματογραφικό είδος: Μέσα από τις φευγαλέες αναμνήσεις του ήρωα από την άγονη έρημο του πλανήτη του και την προηγούμενη ζωή του, ο σκηνοθέτης ξετυλίγει μέσα από τον γοητευτικό κατακερματισμό των εικόνων και το αντισυμβατικό μοντάζ, που υπήρξε σήμα κατατεθέν των καλύτερων ταινιών του, την χαμένη αθωότητα. Όσο για τον πρώτο μεγάλο ρόλο του στο σινεμά, ο Ντέιβιντ Μπάουι δεν θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί καλύτερα την εξωπραγματική περσόνα του.

Mystery train
Σκηνοθεσία – Σενάριο: Τζιμ Τζάρμους
Παίζουν: Στιβ Μπουσέμι, Σάρα Ντράιβερ, Νικολέτα Μπράσκι, Μασατόσι Ναγκάσε, Γιούκι Κουντό

Ένα ζευγάρι Γιαπωνέζων σ’ ένα ταξίδι -προσκύνημα στο Μέμφις, πατρίδα του Πρίσλεϊ, μια νεαρή Ιταλίδα που βλέπει το φάντασμα του «Βασιλιά», ένας Άγγλος που τον φωνάζουν κοροϊδευτικά Έλβις.
Μια από τις πιο διάσημες ταινίες του Τζιμ Τζάρμους, σε επανέκδοση σε ψηφιακές κόπιες.
Τρεις παράλληλες ιστορίες που διεξάγονται σε μια πόλη φάντασμα, μέσα από τον λιτό αφηγηματικό τρόπο του ιδιαίτερου δημιουργού.
Το σημείο εκκίνησης για το σενάριο ήταν το σύνολο των φίλων και των προηγούμενων συνεργατών του Τζάρμους από τους οποίους είχε εμπνευστεί τους χαρακτήρες, ενώ η τριμερής τυπική δομή της ταινίας ήταν επηρεασμένη από τη μελέτη του πάνω σε λογοτεχνικές μορφές.
Ο προϋπολογισμός 2,8 εκατομμυρίων δολαρίων της ταινίας (που χρηματοδοτήθηκε από τον ιαπωνικό όμιλο JVC) ήταν σημαντικός σε σχέση με αυτόν που είχε προηγουμένως ο σκηνοθέτης και του επέτρεψε την ελευθερία να δοκιμάσει πολλές σκηνές εκτός σεναρίου. Ήταν η πρώτη από τις ταινίες μεγάλου μήκους του που απομακρύνονταν από την ασπρόμαυρη φωτογραφία, αν και η χρήση του χρώματος ήταν αυστηρά ελεγχόμενη, ώστε να συμβαδίζει με την αισθητική του.
O ίδιος έχει πει: «Η ταινία γυρίστηκε το καλοκαίρι του 1988 στο Μέμφις. Μήνες νωρίτερα έφτασα στην πόλη μετά από μια χιονοθύελλα. Οδηγούσα στους δρόμους της πόλης ψάχνοντας για το ιδανικό σκηνικό μου. Σταματώ σε μια διασταύρωση και βλέπω: έναν παροπλισμένο σταθμό τρένων, το εστιατόριο Arcade Luncheonette diner και το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο Arcade. Το 1990 σε μια συνέντευξή μου στο Spin είχα πει: “Έπαθα πλάκα με το μέρος. Αυτό το σταυροδρόμι ήταν γεμάτο φαντάσματα. Το ξέρεις ότι κάποτε σε αυτό το δρόμο έκανε βόλτες ο Ρόμπερτ Τζόνσον και ότι ο Μάντι Γουότερς περίμενε το τρένο σε αυτόν τον σταθμό;”»

Κino Eye, (Kinoglaz)
Σοβιετική Ένωση, 1924
Σκηνοθεσία: Τζίγκα Βερτόφ
Κάμερα: Μιχαήλ Κάουφμαν

Με την κάμερα στα χέρια του αδελφού του, Μιχαήλ Κάουφμαν, ο Βερτόφ πειραματίζεται συνεχώς στην ταινία, η οποία δομείται σαν «συλλογή» μικρών επεισοδίων από την καθημερινότητα της νεαρής Σοβιετικής Ένωσης.
Το «Kino Eye» ( Κινηματογραφικό μάτι) είναι ταυτόχρονα η ολοκλήρωση της πρώτης φάσης και το πέρασμα στο επόμενο δημιουργικό στάδιο για τον θεμελιωτή του σύγχρονου ντοκιμαντέρ, Τζίγκα Βέρτοφ.
Σύμφωνα με τον δημιουργό, η οθόνη του ντοκιμαντέρ δεν πρέπει να αντιγράφει τα ανθρώπινα μάτια, αλλά να αναδεικνύει ό,τι αυτά δεν μπορούν να «δουν». Έτσι τελειοποιεί την ανθρώπινη θέαση των γεγονότων, με την κάμερα να μετατρέπεται σε «προέκταση» του ματιού, που αποκαλύπτει τις λιγότερο φωτισμένες, αλλά υπαρκτές πλευρές της πραγματικότητας.
Είναι μάλιστα η πρώτη ταινία στον κόσμο που θα γυριστεί χωρίς τη συμμετοχή ηθοποιών, κοστουμιών, σκηνογράφων και μακιγιέρ.
Ό,τι ακολουθεί είναι για τον Βερτόφ μια συνεχής αναζήτηση νέων τρόπων, μεθόδων, τεχνικών, ώστε να φέρει τον κινηματογράφο σε ένα επίπεδο αλληλεπίδρασης με το θεατή. Ιδιαίτερα δούλεψε πάνω στην «αντιπαράθεση» των σκηνών στο μοντάζ, χρησιμοποιώντας στα κατάλληλα σημεία και γραπτές πινακίδες (τίτλους), σε μια προσπάθεια ακριβώς να μετατρέψει το θεατή σε «συμμέτοχο» των γεγονότων
που παρατίθενται. Μια αναζήτηση που αντικειμενικά άνοιξε νέους δρόμους, τόσο για το ντοκιμαντέρ, όσο και για τον κινηματογράφο εν γένει, με πρωτόγνωρους, για την εποχή, πειραματισμούς, οι οποίοι εξακολουθούν να λειτουργούν ακόμα και σήμερα.
Η θέση του ότι ο ντοκιμαντερίστας οφείλει να παρουσιάζει τα γεγονότα χωρίς καμία σκηνοθετική παρέμβαση, προκάλεσε γόνιμες συζητήσεις, ακόμη και πολεμικές, μεταξύ των συναδέλφων του και της κριτικής. Παράλληλα, συμμετέχει στα καλλιτεχνικά κινήματα της εποχής και δουλεύει μέσα από αυτά για τη διαμόρφωση της επαναστατικής τέχνης μαζί με προσωπικότητες όπως ο Μαγιακόφσκι, ο Μπρικ, ο Αϊζενστάιν κ.ά.
Ο Βερτόφ θα έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει τις ιδέες του με εκπληκτικά αισθητικά αποτελέσματα στο περίφημο κινηματογραφικό, θεματικό «περιοδικό» κάτω από το γενικό τίτλο «Κινοπράβντα».

Παίζεται ακόμα:

Emoji, η ταινία, (The Emoji movie)
Σκηνοθεσία: Τόνι Λεοντίς
Στην ελληνική μεταγλώττιση ακούγονται: Δημήτρης Μακαλιάς, Δημήτρης Μάριζας, Αφροδίτη Αντωνάκη, Τάνια Μπρεάζου, Πάνος Σουρούνης, Χρήστος Συριώτης, Μαίρη Ρετσίνα, Πέτρος Δαμουλής, Σοφία Τσάκα, Ανδρέας Ευαγγελάτος, Μαρία Ζερβού, Αντώνης Θυσιάδης, Γιώργος Αργύρης

Η Columbia Pictures σε συνεργασία με την Sony Pictures Animation παρουσιάζουν μια διασκεδαστική ταινία κινουμένων σχεδίων που αναφέρεται στα emojis, μια πλέον παγκόσμια γλώσσα επικοινωνίας!
Με την έλευση των smartphones, η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων έχει γίνει πια παιχνιδάκι. Δεν έχει σημασία αν μιλάμε διαφορετική γλώσσα, αν βρισκόμαστε σε διαφορετική χώρα, ή αν μας χωρίζουν απέραντοι ωκεανοί και βουνά, αφού στην τελική όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνουν τα emoji.
Αυτό το διασκεδαστικό animation ξεκλειδώνει τον μυστικό κόσμο που βρίσκεται μέσα στα smartphones, κρυμμένος στο app της Τεξτόπολης. Εκεί κατοικούν όλα τα emojis, τα οποία ελπίζουν πως κάποτε θα επιλεχτούν από τον χρήστη. Σε αυτό τον κόσμο, κάθε emoji έχει μια μοναδική και συγκεκριμένη έκφραση στο πρόσωπό του- εκτός από τον υπερκινητικό Τζιν, που έχει γεννηθεί χωρίς φίλτρο και μπορεί να πάρει πολλές και διαφορετικές εκφράσεις. Αποφασισμένος να γίνει κανονικό όπως τα υπόλοιπα emoji, ο Τζιν ζητάει την βοήθεια του Κόλλα-Πέντε, του καλύτερού του φίλου και της μυστηριώδους χάκερ Ατίθασης. Μαζί θα ζήσουν μια επική και ανεπανάληπτη περιπέτεια, αφού θα επισκεφθούν διάφορα applications -το καθένα από τα οποία έχει τον δικό του διασκεδαστικό κόσμο-, προσπαθώντας να ανακαλύψουν τον Κώδικα που θα επισκευάσει τον Τζιν. Αλλά όταν ένας μεγαλύτερος κίνδυνος απειλεί τα smartphones, τότε η μοίρα όλων των emojis εξαρτάται από τους τρεις φίλους, που πρέπει να σώσουν τον κόσμο τους, πριν αυτός καταστραφεί.

No Comments Yet

Comments are closed