Νέες ταινίες: «Οι Βράχοι της Ελευθερίας» -Η χολιγουντιανή εκδοχή της Ελληνικής Επανάστασης

Μια Βρετανή έφηβη που θέλει να γίνει ποπ είδωλο, μια χολιγουντιανή εκδοχή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, μια Κενυάτισσα υπερηρωίδα που δεν μοιάζει με τις άλλες κι ένας Γάλλος μηχανικός ποδηλάτων που δεν ξέρει ποδήλατο, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτής της κινηματογραφικής εβδομάδας. Δείτε όλες τις νέες ταινίες.

Σούπα Μόντο
(Supa Modo)
Σκηνοθεσία: Λικαρίον Γουαϊανίνα
Παίζουν: Στίσι Γουαγουέρου, Μαριάν Νούνγκο, Νιαγουάρα Ντάμπια

Περίληψη: Οι κάτοικοι ενός μικρού χωριού της Κένυας ενώνουν τις δυνάμεις τους για να πραγματοποιήσουν την επιθυμία ενός εννιάχρονου κοριτσιού που βρίσκεται στο τελικό στάδιο του καρκίνου και τη βοηθούν να γίνει πραγματική υπερήρωας, με τα φτερά της φαντασίας και τη μαγεία του σινεμά. Ένας συναρπαστικός, γλυκόπικρος αποχαιρετισμός σ’ όλους τους (υπερ)ήρωες της καθημερινής ζωής, που συνεχίζουν να εμπνέουν αυτούς που μένουν πίσω.

Ο Κενυάτης Λικαρίον Γουαϊανίνα υπογράφει μια γλυκόπικρη κομεντί με μια σούπερ ηρωίδα αλλιώτικη από τις άλλες.

Η Τζο είναι ένα εννιάχρονο κορίτσι που πάσχει από καρκίνο. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται βλέπει συνεχώς ταινίες δράσης και ονειρεύεται να γυρίσει κάποια στιγμή μια τέτοια ταινία κι εκείνη. Όταν οι ελπίδες της λιγοστεύουν, η μητέρα της αποφασίζει να την πάρει στο σπίτι της στο χωριό. Εκεί η αδερφή της με τη βοήθεια των υπολοίπων κατοίκων θα πραγματοποιήσουν το μεγαλύτερο όνειρο της Τζο: να γίνει μια κανονική υπερήρωας. Το παραμύθι, ο κινηματογράφος και μια βαθιά αλληλεγγύη που λείπει από τον δυτικό κόσμο θα απαλύνει τις τελευταίες μέρες του κοριτσιού και θα δώσει ένα μεγάλο μάθημα στο χωριό.

«Μόντο» στην αφρικανική διάλεκτο κικούγιου σημαίνει άνθρωπος, άτομο, πρόσωπο, ενώ το πρόθεμα «σούπα» παραπέμπει στον τρόπο που ένα παιδί από την Κένυα θα πρόφερε τη λέξη « super». Ο τίτλος και μόνο δηλώνει αυτό που διατρέχει και αυτή την τόσο τρυφερή και βαθιά συγκινητική ταινία από την Αφρική, που συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με τη φαντασία, δείχνει πως ο καθένας μας μπορεί να γίνει ήρωας, ακόμα και υπερήρωας.

Αν και το « Σούπα Μόντο» θεωρείται εφηβική ταινία, η βαθιά της καλοσύνη και η απλότητά της μας αφορά όλους, γιατί ο Γουαϊανίνα καταφέρνει μέσα από ένα βαρύ θέμα- τον επικείμενο θάνατο ενός μικρού παιδιού- να μεταδώσει μια αισιόδοξη αίσθηση που τον τελευταίο καιρό απουσιάζει παντελώς από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο.

Με λιτά μέσα, χωρίς σκηνοθετικούς εντυπωσιασμούς, αλλά με βλέμμα ανθρώπινο και χωρίς να καταφεύγει σε μελοδραματισμούς, ο Κενυάτης αλλά μεγαλωμένος στη Μόσχα δημιουργός έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει πηγή ελπίδας κι όχι μόνο καταστροφής.

Αγάπη είναι
(C’est ça l’Amour/ Real Love)
Σκηνοθεσία: Κλερ Μπερζέ
Παίζουν: Μπουλί Λανέρς, Τζαστίν Λακρουά, Σάρα Χενόχσμπεργκ, Σεσίλ Ρεμί Μποτάνγκ, Αντονία Μπουρέσι, Σίλια Μάγιερ, Λορέντζο Ντεμανζέ, Τιάγκο Γκάντρα

Περίληψη: Από τότε που η σύζυγός του αποφάσισε να τον εγκαταλείψει, ο Μάριο μεγαλώνει μόνος του τις κόρες του. Η Φρίντα, δεκατεσσάρων χρόνων, τον κατηγορεί ότι είναι δική του ευθύνη που έφυγε η μητέρα της, ενώ η Νίκι, δεκαεφτά χρόνων, ονειρεύεται την ανεξαρτησία της. Ταυτόχρονα, ο Μάριο περιμένει τη σύζυγό του να επιστρέψει.

Η Κλερ Μπερζέ, χρησιμοποιώντας πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και αξιοποιώντας τον μικρόκοσμο μιας μικρής γαλλικής πόλης, διερευνά την πατρότητα και τα όρια της ελευθερίας, αποσπώντας το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ της Βενετίας, στο Giornate degli Autor.

Στην πόλη Φορμπάχ, κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία, ο Μάριο μεγαλώνει τις δυο τους κόρες, από τότε που η σύζυγός του τους εγκατέλειψε. Η δεκαεπτάχρονη Νίκη θέλει να κερδίσει την ανεξαρτησία της, ενώ η μικρότερη, η Φρίντα, τον θεωρεί υπεύθυνο που έφυγε η μητέρα της.

Μια γυναίκα δημιουργός- μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μάλιστα φωνές του γαλλικού σινεμά- ασχολείται με την ανδρική ευαισθησία, αλλά και το τι σημαίνει τελικά ένας χωρισμός. Ο Μάριο είναι ένας άνδρας τρυφερός, ίσως λίγο αδέξιος, αλλά βαθιά συναισθηματικός, που προσπαθεί να βρει την ισορροπία μεταξύ της δικής του ζωής και των παιδιών του, περνώντας τα στάδια του πένθους- άλλωστε το τέλος μια σχέσης είναι ένας μικρός θάνατος- μέχρι να φτάσει στην αποδοχή και τη συγχώρεση. Κι ενώ ελπίζει πως κάποια στιγμή η γυναίκα του θα επιστρέψει, τελικά ανακαλύπτει τον τρόπο να επικοινωνήσει με τις κόρες του και να φτιάξει μια πραγματική οικογένεια.

Η Μπερζέ ανατρέπει τις καθιερωμένες νόρμες και τις αντιλήψεις, βάζοντας έναν άντρα να αναλαμβάνει τον δύσκολο ρόλο της ανατροφής των παιδιών, δηλώνοντας με τον δικό της τρόπο ότι η οικογένεια φτιάχνεται με αγάπη και κατανόηση κι όχι με συμβάσεις. Ταυτόχρονα αναρωτιέται για το τι σημαίνει ελευθερία και ποια είναι τα όριά της μέσα από μια δραμεντί, που αν και σκηνοθετικά δεν είναι τόσο ρηξικέλευθη όσο η θεματική της, εκπλήσσει με την αμεσότητά της, τους καλογραμμένους χαρακτήρες της και κυρίως τη μεστή ερμηνεία του εκπληκτικού Μπουλί Λανέρς.

Teen Spirit
Σκηνοθεσία: Μαξ Μινγκέλα
Παίζουν: Ελ Φάνινγκ, Ρεμπέκα Χολ, Όλιβ Γκρέι, Μίλι Μπράντι, Ελίζαμπεθ Μπέρινγκτον

Παίζουν: Η Βάιολετ, μια ντροπαλή έφηβη που ζει στη Νήσο Γουάιτ της Αγγλίας, ονειρεύεται να γίνει διάσημη τραγουδίστρια της ποπ μουσικής έτσι ώστε να ξεφύγει από τη μικρή πόλη που ζει και τη διαλυμένη οικογένειά της. Με τη βοήθεια ενός απροσδόκητου μέντορα, θα μπει σε έναν διεθνή διαγωνισμό τραγουδιού, που όμως θα δοκιμάσει την εντιμότητα, το ταλέντο και τη φιλοδοξία της.

Ο Μαξ Μινγκέλα ( ηθοποιός, σεναριογράφος και γιος του Άντονι Μινγκέλα) στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο επιλέγει με συμβατικό τρόπο να αφηγηθεί την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, που ονειρεύεται να κάνει καριέρα στο τραγούδι μέσα από ένα ριάλιτι τηλεπαιχνίδι.

Η Βάιολετ είναι δεκαεφτά χρόνων, ζει σε μια επαρχία της Αγγλίας κι εργάζεται ως σερβιτόρα. Μεγαλωμένη με αυστηρές αρχές, θέλει να γίνει τραγουδίστρια, καθώς διαθέτει μια εξαιρετική φωνή, κυρίως για να ξεφύγει από τη μίζερη καθημερινότητά της. Όταν λοιπόν στην πόλη της φτάνει το τηλεοπτικό «Teen Spirit», με τη βοήθεια ενός εκκεντρικού μέντορα θα ξεκινήσει η περιπέτειά της.

Με ένα σενάριο χωρίς ιδιαίτερη πλοκή και στερεοτυπικούς «πολυφορεμένους» χαρακτήρες, ο Μινγκέλα δεν μπορεί να κάνει πολλά πέρα από το να ακολουθήσει την πεπατημένη ανάλογων νεανικών επιτυχιών, δίνοντάς στην ταινία του ένα πιο μοντέρνο χρώμα μέσα από μια στυλιζαρισμένη φωτογραφία και μια βιντεοκλιπίστικη αισθητική, για να κάνει τη διαφορά.

Όμως η έλλειψη παντελούς είδους κριτικής απέναντι στο star system και στη βιομηχανία της μουσικής που εκμεταλλεύεται τη δύναμη της τηλεόρασης και τις ικανότητες νεαρών παιδιών, απουσιάζει παντελώς, ενώ η όποια προσπάθεια να δημιουργήσει κάποιες δραματικές εντάσεις , παρά τις προσπάθειες της λαμπερής Ελ Φάνινγκ, τελικά μάλλον έχει το αντίθετο αποτέλεσμα.

Ο Αξιαγάπητος Κύριος Τροχίδης
(Raoul Taburin a un Secret)
Σκηνοθεσία: Πιερ Γκοντό
Σενάριο: Γκιγιόμ Λοράν
Παίζουν: Μπενουά Πελβόρντε, Σουζάν Κλεμάν, Εντουάρντ Μπάερ

Περίληψη: O Ραούλ Ταμπουρέν είναι ο επίσημος μηχανικός ποδηλάτων του Σαν Σερόν, ενός πανέμορφου μικρού χωριού στη νότια Γαλλία, οι κάτοικοι του οποίου τον θαυμάζουν ως τον απόλυτο ήρωα-ποδηλάτη. Ο ίδιος όμως έχει ένα καλά κρυμμένο μυστικό: δεν έμαθε ποτέ να κάνει ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες! Όταν πιάνει φιλίες με έναν φωτογράφο,που θέλει να τον φωτογραφίσει εν δράσει, ο Ραούλ κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει την φωτογράφιση, αλλά η στιγμή της αλήθειας έχει φτάσει και τελικά δεν είναι ο μόνος που κρύβει μυστικά.

Ο καρτουνίστας Ζαν-Ζακ Σεμπέ, δημιουργός του «Μικρού Νικόλα» υπογράφει τη συγκινητική ιστορία ενός μηχανικού ποδηλάτων, που όμως δεν ξέρει να ποδηλατεί.

Στο γραφικό Σαν Σερόν, ο Ραούλ είναι ένας θρύλος: ξέρει καλύτερα από όλους τα ποδήλατα και θεωρείται δεινός αναβάτης, αν και στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ποδηλατήσει χωρίς βοηθητικές ρόδες. Αυτό το μυστικό τον βαραίνει χρόνια, μέχρι που στην περιοχή καταφθάνει ένας φωτογράφος από το Παρίσι και του ζητάει να του τραβήξει μια εικόνα εν δράσει. Ο Ραούλ θα κάνει τα πάντα για να αποφύγει τον εφιάλτη του, όμως η στιγμή της αλήθειας πλησιάζει.

Ο Πιερ Γκοντό με μια νοσταλγική ατμόσφαιρα, μας ταξιδεύει στη ειδυλλιακή επαρχία της Γαλλίας, με μια διάθεση σχεδόν καρτποσταλική και φτιάχνει ένα γλυκόπικρό παραμύθι, από το οποίο δεν λείπουν κάποια ρεαλιστικά στοιχεία. Παράλληλα η voice over αφήγηση του Ραούλ και τα φλας μπακ μάς ταξιδεύουν στον κόσμο των σκίτσων του Σεμπέ, αναδεικνύοντας τις κρυφές πτυχές τους.

Το θέμα της ενοχής, των μυστικών που μένουν στο ντουλάπι για χρόνια βασανίζοντάς μας και τελικά η απλή αποδοχή ότι δεν μπορούμε να είμαστε τέλειοι αποτελούν βασικό άξονα του Γκοντό, που με τη συνεργασία του σεναριογράφου Γκιγιόμ Λοράν, ισορροπεί ανάμεσα στο τραγικό και στο κωμικό, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό σύμπαν, που κερδίζει τις εντυπώσεις και το χαμόγελό μας.

Ο Κορσικανός
(Une Vie Violente/A Violent Life)
Σκηνοθεσία: Τιέρι ντε Περετί
Παίζουν: Ζαν Μικελαντζελί, Ανρί-Νοέλ Ταμπαρί, Σεντρίκ Απιετό

Περίληψη: Κορσική, δεκαετία ’90: ένα πεδίο βίαιων συγκρούσεων, που στόχο είχαν την αυτονόμηση του νησιού από τον έλεγχο της Γαλλίας. Ένας νεαρός άνδρας αναγκάζεται να μεταναστεύσει, προκειμένου να ξεφύγει από το βίαιο παρελθόν του, καθώς υπήρξε ενεργό μέλος εθνικιστικών οργανώσεων. Ο θάνατος ενός παλιού συντρόφου και το δίλημμα αν θα παραστεί ή όχι στην κηδεία του στο νησί, όπου είναι καταζητούμενος, θα καθορίσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Ο Τιερί ντε Περετί («Les Apaches») στη δεύτερη ταινία του, που προβλήθηκε στις Κάννες, ασχολείται με μια σκοτεινή περίοδο της Κορσικής.

Μέσα από την ιστορία ενός νεαρού άνδρα, του Στεφάν, ο οποίος μοιάζει αρκετά με ένα πραγματικό πρόσωπο, τον Nicolas Montigny, που δολοφονήθηκε το 2001, ο Περετί μας μεταφέρει στην Κορσική του ΄90 , καταδεικνύοντας στην ουσία τις ολέθριες επιπτώσεις των εθνικιστικών κινημάτων.

Ο Στεφάν λοιπόν από ένα απλό παιδί της μέσης τάξης μεταμορφώνεται σε ακτιβιστή- εθνικιστή που ανήκει σε ομάδες με βασικό τους στόχο την αυτονόμηση της περιοχής από τη Γαλλία. Καταδιωκόμενος από το παρελθόν και καταζητούμενος στην πατρίδα του, μετά από τον θάνατο ενός συντρόφου του, πρέπει να αποφασίσει αν θα επιστρέψει στο νησί ή όχι.

Ένας Ευρωπαίος θεατής μπορεί μεν να έχει ακούσει κάποια πράγματα για την ιστορία της Κορσικής, σίγουρα όμως δεν έχει πλήρη εικόνα της κατάστασης, που επικρατούσε τη δεκαετία του ’90 κι ο Περετί δεν κάνει και πολλά για να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Έτσι, παρά την ενεργητική κινηματογράφηση και την υποβλητική ατμόσφαιρα, συχνά δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι πιστεύει ο ίδιος σχετικά με το θέμα των εθνικιστικών οργανώσεων ούτε να αποσαφηνίσουμε ποιο ακριβώς είναι το ερώτημα που θέτει.

Πέρα από ένα κλίμα βίας, πολιτικής και ιδιωτικής, που επικρατεί στην ταινία, η εντοπιότητα του θέματος δεν αφήνει πολλά περιθώρια στους μη Κορσικανούς να γίνουν μέτοχοι της ιστορίας. Το ζήτημα του εθνικισμού, εδώ έχει μια περίεργη διάσταση, συχνά μοιάζει σχεδόν επιβεβλημένο εκ των συνθηκών, τις οποίες όμως ο μέσος θεατής δεν υποχρεούται να γνωρίζει, οπότε η όλη προσπάθειά του Περετί δεν μπορεί εύκολα να επικοινωνήσει με το ευρύ κοινό.

Η δεξιά τσέπη του ράσου
Σκηνοθεσία: Γιάννης Β. Λαπατάς
Παίζουν: Θοδωρής Αντωνιάδης, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Μάνος Βακούσης, Κώστας Λάσκος, Λάμπρος Σταυρινόπουλος, Πέτρος Ξεκούκης, Ερρίκος Μηλιάρης, Αναστάσης Λαουλάκος

Περίληψη: Ο Βικέντιος, μοναχικός μοναχός, πενθεί για την αδικοχαμένη σκυλίτσα του, την ίδια στιγμή που ο λαός και η επίσημη Εκκλησία πενθούν τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο.

Ο Γιάννης Λαπατάς, γνωστός από επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές, στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο μεταφέρει την ομώνυμη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη στη μεγάλη οθόνη και μιλάει για μια Ελλάδα που έχει ακόμα αξίες.

Ο μοναχός Βικέντιος που έχει περάσει ολόκληρη την ενήλικη ζωή του ολομόναχος σε μια μονή, τη νύχτα που πεθαίνει ο Αρχιεπίσκοπος και οι κεφαλές της Εκκλησίας μαίνονται για την επικείμενη διαδοχή, προσπαθεί να σώσει τη σκυλίτσα του και τα νεογέννητα κουτάβια της.

Η λογοτεχνική αφήγηση, σε μορφή off μονολόγου, η ησυχία των πλάνων που ταιριάζει με τη μοναστηριακή ζωή αλλά και τη βαθιά μοναξιά του Βικέντιου που ερμηνεύει με τρυφερότητα ο Θοδωρής Αντωνιάδης, συνθέτουν μια ενδιαφέρουσα αλληγορία για την απώλεια, καταγράφοντας την εικόνα μιας Ελλάδας που αν και σε κρίση, μπορεί ακόμα να διατηρεί την ομορφιά της.

Παίζονται ακόμα:

Το Πραξικόπημα
(Anons / The Announcement)
Σκηνοθεσία: Μαχμούτ Φαζίλ Κοσκούν
Παίζουν: Αλί Σεκινέρ Αλίσι, Ταχράν Καραγκόζ, Μουράτ Κιλίς

Περίληψη: 2 Μαΐου 1963. Δυσαρεστημένοι με την υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, μια ομάδα αξιωματικών του στρατού σχεδιάζει ένα πραξικόπημα στην Άγκυρα, ώστε να ανατρέψει την υπάρχουσα κυβέρνηση.

Εμπνευσμένος από πραγματικά γεγονότα ο Μαχμούτ Φαζίλ Κοσκούν διηγείται την ιστορία μίας και μόνο νύχτας, απεικονίζοντας το αβέβαιο πολιτικό παρελθόν και παρόν της Τουρκίας, και αποσπάει το ειδικό βραβείο της Κριτικής επιτροπής Oρίζοντες στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Δυσαρεστημένοι με την υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, μια ομάδα αξιωματικών του στρατού στις 22 Μαΐου 1963 σχεδιάζει ένα πραξικόπημα στην Άγκυρα, ώστε να ανατρέψει την υπάρχουσα κυβέρνηση. Την ίδια στιγμή στην Κωνσταντινούπολη, οι συνωμότες έχουν αναλάβει τη σημαντική αποστολή της κατάληψης του Κρατικού Ραδιοφωνικού Σταθμού , προκειμένου να προβούν στην επίσημη ανακοίνωση του πραξικοπήματος. Τίποτα όμως δεν πηγαίνει σύμφωνα με το σχέδιο. Αντιμέτωποι με πολλά εμπόδια, συμπεριλαμβανομένης μιας ξαφνικής καταιγίδας, καθώς και την απουσία του τεχνικού του ραδιοφωνικού σταθμού, την παντελή έλλειψη πληροφοριών από την Άγκυρα και τη δική τους αναποτελεσματικότητα, οι συνωμότες αγωνίζονται να πραγματοποιήσουν το στόχο τους, χωρίς να γνωρίζουν όμως αν το πραξικόπημα στην πρωτεύουσα όντως πραγματοποιήθηκε.

Η Βρετανική πολιτική σάτιρα συναντά την ευφυή κωμωδία μέσα από μια ιστορία σύγκρουσης και ενότητας δύο διαφορετικών κομματιών της κοινωνίας, των στρατιωτών και των απλών πολιτών, οι οποίοι αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τη ζωή από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Τα παιχνίδια εξουσίας καθώς και η εξέλιξη της ζωής μετά τη διαδικασία της ανακοίνωσης του πραξικοπήματος είναι ο βασικός άξονας που Κοσκούν, που χωρίς να επιλέγει στρατόπεδο, εστιάζει στον παραλογισμό των γεγονότων, ανεξάρτητα από την επίσημη ή ανεπίσημη ιστορία, γράφοντας την δική του εκδοχή.

Οι Βράχοι της Ελευθερίας
(Cliffs of Freedom)
Σκηνοθεσία: Βαν Λινγκ
Παίζουν: Τάνια Ρεϊμόντ, Γιαν Ούντιν, Ράζα Τζάφρεϊ, Πάτι ΛουΠον, Κρίστοφερ Πλάμερ

Περίληψη: Η ιστορία ενός άτυχου έρωτα μεταξύ μιας νεαρής Ελληνίδας χωριατοπούλας και ενός αμφιλεγόμενου Τούρκου αξιωματικού, την αυγή του ελληνικού πολέμου για την ανεξαρτησία ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η ελληνική επανάσταση του 1821 μέσα από τη ματιά της Μαριάν Μητρόπουλου (σύζυγο του Ελληνοαμερικανού δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία Ντιν Μητρόπουλος), που καταγράφει την ερωτική ιστορία μιας Ελληνίδας και ενός Οθωμανού αξιωματικού του στρατού.

Η εικοσάχρονη Άννα-Χριστίνα ερωτεύεται τον Συνταγματάρχη Ταρίκ, ένα ανερχόμενο αστέρι του τουρκικού στρατού, που έχει μεγάλες αμφιβολίες για τις βάρβαρες μεθόδους διακυβέρνησης των συμπατριωτών του και που κάποτε της είχε χαρίσει τη ζωή.

Ορκισμένη να εκδικηθεί τους Τούρκους, η Χριστίνα λαμβάνει μέρος στην ελληνική επανάσταση και αναπόφευκτα γίνεται σύμβολο του κινήματος αντίστασης, εμπνέοντας τους συμπατριώτες της και προκαλώντας την οργή των Τούρκων, που προσφέρουν αμοιβή για το κεφάλι της. Η ίδια, έχοντας πιστέψει ότι θα μπορούσε να αφήσει πίσω τα συναισθήματά της, πρέπει να έρθει αντιμέτωπη με τον άνδρα που την αγαπά ακόμη, αλλά πλέον του έχουν αναθέσει την αιχμαλωσία της. Οι συναντήσεις και οι αψιμαχίες τους οδηγούν αναπόφευκτα σε μια τραγική αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης μάχης μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων που θα αλλάξει την πορεία της Ιστορίας.

Επαναπροβολή:

Το πορτραίτο της Τερέσα
(Retrato de Teresa / Portrait of Teresa- 1979)
Σκηνοθεσία: Πάστορ Βέγκα
Παίζουν: Ντέζι Γκρανάντος, Αντόλφο Λαουράντο, Αλίνα Σαντσέζ, Ραούλ Ρομάρες, Αλμπέρτο Μολίνα, Γκέρμαν Πινέλι, Μιγκουέλ Μπεναβίντες, Ιντάλια Ανρέους

Περίληψη: Ένα κλασικό Κουβανικό φιλμ, που απεικονίζει τα προβλήματα των γυναικών στην Κούβα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

«Το πορτραίτο της Τερέζα», υπήρξε ένα από τα σπουδαία ορόσημα του κουβανικού κινηματογράφου, καθώς αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης για ολόκληρη την κοινωνία.

Η Τερέζα, μία εργάτρια σε εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, έχει τρία παιδιά και έναν καχύποπτο σύζυγο. Όταν αναλαμβάνει τη θέση της πολιτιστικής εκπροσώπου του εργοστασίου όπου εργάζεται, παρά τον περιορισμένο χρόνο της, οι νέες τις αρμοδιότητες, πυροδοτούν τη ζήλια του συζύγου της.

Μετά από την ψυχολογική πίεση που της ασκείται από μεριάς του, πάνω σε έναν άσχημο καυγά τον διώχνει από το σπίτι και αναγκάζεται να βιώσει την καθημερινότητα μόνη της, ενώ αρχίζει να βρίσκει τον εαυτό της μέσα από τη χορευτική ομάδα του συνδικάτου του εργοστασίου. Κι ενώ όλα φαινομενικά πάνε καλά, έρχεται αντιμέτωπη με το γεγονός πως ο άντρας της είχε εξωσυζυγική σχέση, ακόμα κι όταν προσπαθούσε να την επαναπροσεγγίσει.

Η Τερέζα παρουσιάζεται ως μια απλή καθημερινή γυναίκα, που στην πορεία της ταινίας μεταμορφώνεται σε μια επαναστάτρια, συμβολίζοντας έτσι την αντίσταση της ίδιας της χώρας ενάντια στο status quo του Μπατίστα. Ταυτόχρονα ο Βέγκα θέτει ζητήματα όπως το θέμα της καταπίεσης και της διαφορετικής αντιμετώπισης των δύο φύλων μέσα από ένα οικογενειακό δράμα, κινηματογραφώντας τις δυσκολίες της ζωής στην Κούβα, αλλά και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς δύο δεκαετίες μετά από την Επανάσταση.

No Comments Yet

Comments are closed