Η Ευρώπη αντιμέτωπη με τη «λίστα θανάτου» των περιπλανώμενων Οδυσσέων

Δρ. Χρήστος Α. Μπαξεβάνης, Διεθνολόγος

Στις 9 Νοεμβρίου 2017, μία εξαιρετικά σημαντική ημερομηνία για τη Γερμανία, καθώς στις 9 Νοεμβρίου 1938 πραγματοποιήθηκε η τραγική «Νύχτα των Κρυστάλλων», το πρώτο βίαιο πογκρόμ κατά των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία, η εφημερίδα Der Tagesspiegel έδωσε στη δημοσιότητα μία «λίστα θανάτου», με τα ονόματα περισσότερων από 33.000 ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να περάσουν στην Ευρώπη προκειμένου να γλιτώσουν από τους πολέμους και τη φτώχεια στη Μέση Ανατολή, την Ασία και την Αφρική (διαθέσιμη σε: http://www.tagesspiegel.de/…/…/3/listeentireberlinccbanu.pdf). Πέρυσι μάλιστα ήταν η πιο θανατηφόρα χρονιά για το μεταναστευτικό/προσφυγικό, καθώς περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι χάθηκαν κατά το ταξίδι τους προς την Ευρώπη, όπως καταγράφουν τα στοιχεία του Οργανισμού Μετανάστευσης του ΟΗΕ. Η λίστα δεν επικεντρώνεται μόνο στην πρόσφατη προσφυγική κρίση, αλλά φθάνει μέχρι και το 1993 και σε αυτή συμπεριλαμβάνονται άνθρωποι από τη Συρία, τη Σενεγάλη, τη Σρι Λάνκα και πολλά άλλα μέρη. 

Η δημοσίευση της λίστας στέλνει ένα σαφές και ξεκάθαρο μήνυμα απέναντι στην σκληρή μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης, αναφορικά με τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες. Η προσφυγική κρίση δυστυχώς απέδειξε πως το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου είναι ευρωπαϊκό μόνο στο όνομα, καθώς οι αρμοδιότητες και οι ευθύνες παραμένουν σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό στις εθνικές κυβερνήσεις. Περαιτέρω, τα κράτη μέλη (μέχρι σήμερα) δεν έχουν καταλήξει σε μια κοινή στρατηγική για την αντιμετώπιση της κρίσης, ενώ την ίδια στιγμή δείχνουν απροθυμία όσον αφορά στην εφαρμογή των μέτρων, όπως τα σχέδια μετεγκατάστασης. Επαναφέρουν προσωρινά τους ελέγχους στα εσωτερικά τους σύνορα, ενώ άλλοι φτάνουν μέχρι το σφράγισμα των συνόρων και την ύψωση φρακτών, πρωτοβουλίες οι οποίες χωρίς αμφιβολία θέτουν σε αμφισβήτηση το θεσμικό οικοδόμημα της Ε.Ε., την ισχύ της ενωσιακής έννομης τάξης και την πολιτική οντότητα της Ευρώπης. Στην πραγματικότητα όμως με αυτό τον τρόπο το μόνο που «επιτυγχάνεται» είναι να λαμβάνει χώρα μια διαχείριση του όλου προβλήματος «εκτός των τειχών», με τις χώρες που είναι πύλες εισόδου από την Ασία και την Αφρική, αλλά και τον Ευρωπαϊκό Νότο, να αναλαμβάνουν το κύριο βάρος αντιμετώπισης του ζητήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ευρωτουρκική συμφωνία για το προσφυγικό και τώρα η συμφωνία που υπογράφηκε στην Ιταλία με φύλαρχους και φυλές που δρουν στο νότιο μέρος της Λιβύης

Η συντηρητική πολιτική περιχαράκωση της Ε.Ε. απέναντι στην μεγαλύτερη προσφυγική κρίση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συνιστά καθοριστική παράμετρο της επιδείνωσης της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, πυροδοτεί τάσεις εθνικής και κοινωνικής αναδίπλωσης μεγάλων τμημάτων του ευρωπαϊκού πληθυσμού, ενισχύει την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού, που εκδηλώνεται πλέον (και) σε κυβερνητικό επίπεδο, και εν τέλει θέτει σε δοκιμασία τον ίδιο της το δεσμό με την ανθρωπιστική παράδοση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού.

Η ευρωπαϊκή πολιτική φαίνεται να μην θέλει ή να μην μπορεί να διαβάσει τα σημάδια του κινδύνου που αποκαλύπτονται πλέον έκδηλα (υπερσυσσωρεύσεις πληθυσμών στα μεθοριακά ευρωπαϊκά κράτη, συνθήκες εξαθλίωσης των πληθυσμών αυτών, ανάδυση ανοικτά ρατσιστικών και ξενοφοβικών τάσεων), και τα οποία αφενός δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό για την κοινωνική συνοχή και ασφάλεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφετέρου αποτελούν σοβαρή δοκιμασία για τις φιλελεύθερες αρχές και τις δημοκρατικές παραδόσεις των ευρωπαϊκών λαών. Έχει γίνει πλέον σαφές ότι για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης απαιτείται η λήψη μιας σειράς βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων στη βάση των δύο αλληλένδετων αρχών της ευθύνης και της αλληλεγγύης. Η Ευρώπη αν θέλει να επιβιώσει πρέπει να μετατρέψει με αποφασιστικότητα τη σημερινή κρίση σε ευκαιρία για τη μακροχρόνια ανάπτυξή της, αντιμετωπίζοντας έτσι την επιταχυνόμενη δημογραφική επιδείνωση, δημιουργώντας κοινό παρονομαστή πολιτικής δράσης και κοινωνικής ένταξης, ενώ παράλληλα θα διατηρεί τις ανθρωπιστικές της αξίες και θα παραμένει μια ανοιχτή κοινωνία.

Καθώς ένα νέο κύμα προσφύγων έχει εδώ και καιρό αρχίσει να διασχίζει τα ευρωπαϊκά σύνορα, αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το άρθρο που κυκλοφόρησε το 1943 στο εβραϊκό περιοδικό «The Menorah Journal», το οποίο υπογράφει η Χάνα Άρεντ. Μεταξύ άλλων, η γερμανοαμερικανίδα εβραϊκής καταγωγής, πολιτική επιστήμονας και φιλόσοφος γράφει: «Χάσαμε το σπίτι μας, που σημαίνει ότι χάσαμε την οικειότητα της καθημερινής ζωής. Χάσαμε το επάγγελμά μας, που σημαίνει ότι χάσαμε αυτοπεποίθηση ότι είχαμε κάποια χρησιμότητα σε αυτόν τον κόσμο. Χάσαμε τη γλώσσα μας, που σημαίνει πως χάσαμε τη φυσικότητα των αντιδράσεών μας, την απλότητα των χειρονομιών μας, την απρόσκοπτη έκφραση συναισθημάτων. Αφήσαμε τους συγγενείς μας […] και οι καλύτεροί μας φίλοι σκοτώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης».

No Comments Yet

Comments are closed