Το χρυσό κουρέλι…της Νεφέλης

Της Μαρίας Σαμολαδά, δημοσιογράφου

Δεν είναι παιδί ούτε συναδέλφου μου, ούτε φίλου μου, ούτε συγγενή μου. Θα μπορούσε όμως να είναι το δικό μου παιδί, όπως θα μπορούσε να είναι το δικό σου παιδί. Ακόμη θα μπορούσες να είσαι εσύ όταν ήσουν παιδί.

Κάθε φορά που εμφανίζεται μία σπάνια ασθένεια, συνήθως θανατηφόρα, απαιτεί και μια σπάνια θεραπεία. Οι απαιτήσεις, θεραπευτικές και νοσηλευτικές, ειδικά όταν πρόκειται για ένα παιδί, είναι πολύ αυξημένες.

Τι συμβαίνει όμως στο ελληνικό σύστημα υγείας και το παιδί πρέπει να μεταφερθεί κάθε φορά στο εξωτερικό; Τι δεν έχουν οι Έλληνες γιατροί αλλά και τα ελληνικά δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία και κλινικές ώστε να ανταπεξέλθουν; Κατανοητό ότι όσο πιο σπάνια ασθένεια τόσο πιο σπάνια η εξειδίκευση.

Ωστόσο, γιατί πρέπει η μεταφορά και θεραπεία του παιδιού να γίνει μόνο βασιζόμενη στη «φιλανθρωπία»; Γιατί ωθούμε τις οικογένειες των παιδιών αυτών, που ήδη ζουν τη δική τους αγωνία, το δικό τους Γολγοθά, να πρέπει να μπουν στο ρόλο ενός «επαίτη»;

Το μόνο βέβαιο είναι ότι το τελευταίο πράγμα που θα απασχολήσει έναν γονιό είναι πώς θα «φανεί στην κοινωνία». Προκειμένου να σώσω το παιδί μου και εγώ θα έκανα τα πάντα. Και το μόνο που δεν θα με ενδιέφερε θα ήταν τι θα πει η κοινωνία… σε αυτήν όμως την κοινωνία στηριζόμαστε τελικά. Το ερώτημα είναι γιατί;

Οι γονείς των παιδιών που πάσχουν από σπάνιες ασθένειες και χρήζουν μεταφορά σε κλινικές του εξωτερικού, αναγκάζονται να βρουν χρήματα δημοσιοποιώντας ακόμη και την εικόνα του παιδιού τους σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, γιατί τα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας δεν αντέχουν οικονομικά το κόστος.

Έτσι, οι Έλληνες γιατροί της δωρεάν φροντίδας υγείας, των δημόσιων νοσοκομείων δηλαδή, τόσο για «οικονομία» προς τα ταμεία, όσο και από εγωισμό, για να μην παραδεχτούν ότι δεν έχουν ούτε τα μηχανήματα ούτε την γνώση για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, δεν υπογράφουν το «χαρτί» που θα επιτρέπει στην οικογένεια και στο παιδί να ταξιδέψει και να χειρουργηθεί – θεραπευτεί στο εξωτερικό με έξοδα του ασφαλιστικού φορέα.

Αυτή είναι η πικρή αλήθεια… Μας έφαγε το ‘ίματζ’ και μας αποτελείωσε η κρίση.

Την ίδια στιγμή, όλοι μας μόλις έρθουμε αντικρυστά με την εικόνα ενός άρρωστου παιδιού που ζητάει τη βοήθειά μας μας πιάνουν οι ευαισθησίες μας (ευτυχώς) αλλά την ίδια στιγμή αναρωτιόμαστε αν είναι αληθινή η ιστορία και αν πρέπει να βοηθήσουμε καταβάλλοντας τον οβολό μας.

Οι τελευταίες ιστορίες (δυστυχώς) ήταν πραγματικές, τα παιδιά υπαρκτά, όπως και οι ασθένειες με τις οποίες παλεύουν και είμαι σίγουρη ότι θα τις κερδίσουν.

Αλλά την επόμενη φορά που θα σας πιάσουν οι ευαισθησίες σας, σας παρακαλώ, μην στέλνετε το ίδιο μήνυμα με τη φράση «είναι παιδί συναδέλφου μου» ή είναι «παιδί φίλου μου», το κάνετε να φαίνεται απάτη και ψέμα.

Εναλλακτικά, μπορείτε να βρείτε μερικά αξιόπιστα μέσα ενημέρωσης, κυρίως διαδικτυακά, τα οποία θα έχουν διασταυρώσει αν είναι αληθινό το περιστατικό, και να κάνετε κοινοποίηση τη δημοσίευσή του. Κάπως έτσι γίνεται χρήσιμη η τεχνολογία στις μέρες μας.

Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η τεχνολογία βοήθησε στις τελευταίες δύο περιπτώσεις, του μικρού Νέστωρα και της μικρής Νεφέλης, όπου δέχτηκα εκατοντάδες μηνύματα προτροπής να δημοσιεύσω την ανάγκη για συμβολή όλων των πολιτών στη συλλογή χρημάτων.

Και αυτό συνέβη, τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και έτσι οι μικροί ήρωες, μαζί με τους μεγάλους ήρωες, τους γονείς τους, είχαν ακόμη μερικούς συμμάχους σε αυτή τη μάχη, που είμαι σίγουρη ότι θα κερδίσουν.

Μόνο μια ευχή να βγει αληθινή…τα παιδιά όλου του κόσμου να είναι υγιή και τυχερά…

 

No Comments Yet

Comments are closed