Σιταποθήκη της Ευρώπης και πρώτη αγορά για τις ελληνικές εξαγωγές φρούτων/λαχανικών

Επιμέλεια: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

Το 40% περίπου της έκτασης της Ρουμανίας είναι καλλιεργήσιμη γη, γεγονός που κατατάσσει την χώρα στον τομέα αυτό στην 5η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Πολωνία. Ωστόσο, η Ρουμανία είναι μία από τις χώρες με τη λιγότερο αποτελεσματική χρήση της καλλιεργήσιμης γης, κυρίως λόγω του μεγάλου κατακερματισμού της γαιοκτησίας.

Η Ελλάδα εξάγει αρκετά αγροτικά προϊόντα στη Ρουμανία. Το 2015 οι ελληνικές εξαγωγές οπωροκηπευτικών (νωπών και μεταποιημένων) ανήλθαν σε 107 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 18,82%, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Περίπου το 80% των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων της χώρας προέρχονται από κράτη- μέλη της ΕΕ, ενώ τα 2/3 περίπου των αντίστοιχων ρουμανικών εξαγωγών κατευθύνονται προς κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μια μεγάλη αγορά για τα ελληνικά γεωργικά προϊόντα

Η Ρουμανία με 20,1 εκατομμύρια κατοίκους αποτελεί μια μεγάλη αγορά για τα ελληνικά προϊόντα. Η χώρα είναι από 1.1.2007 πλήρες μέλος της Ε.Ε. και επομένως μέλος της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι τα εμπορεύματα μεταξύ Ελλάδας και Ρουμανίας κινούνται ελεύθερα, χωρίς να υπόκεινται σε εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς ή άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος. Η εισαγωγή στη Ρουμανία εμπορευμάτων από τρίτες χώρες (μη μέλη της ΕΕ) εμπίπτει στο κοινό δασμολόγιο της ΕΕ.

Η Ρουμανία συνιστά την πρώτη αγορά παγκοσμίως για τις ελληνικές εξαγωγές φρούτων και λαχανικών.

Τα ελληνικά προϊόντα υφίστανται ανταγωνισμό από την Τουρκία, την Ισπανία, την Ιταλία και άλλες χώρες. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην ποιότητα των εξαγόμενων ελληνικών προϊόντων, προκειμένου η χώρα μας να παραμείνει ανταγωνιστική στη ρουμανική αγορά στον συγκεκριμένο κλάδο. Αξίζει να σημειωθεί πως οι Ρουμάνοι καταναλωτές προτιμούν τα ελληνικά φρούτα και λαχανικά από τα αντίστοιχα τουρκικά, λόγω της μικρότερης χρήσης λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων.

Προϊόντα που αναμένεται να έχουν ζήτηση στη ρουμανική αγορά είναι, μεταξύ άλλων, τα φρούτα και τα λαχανικά, τα ψάρια και τα θαλασσινά σε διάφορες μορφές (κατεψυγμένα, καπνιστά κ.ά.).

Για την αποτελεσματική είσοδο στη ρουμανική αγορά, προτείνεται η αναζήτηση συνεργατών που δραστηριοποιούνται ήδη στην Ρουμανία, καθώς οι γραφειοκρατικές διαδικασίες μπορεί να είναι πολύπλοκες σε μια οικονομία που έχει αρκετά ισχυρή κεντρική διοίκηση.

Αν και η κεντρική λαχαναγορά της χώρας είναι τουρκικών συμφερόντων, εντούτοις η παρουσία πέντε έως έξι ελληνικών συμφερόντων επιχειρήσεων στην εν λόγω αγορά καθώς και η παρουσία άλλων εισαγωγέων που γνωρίζουν την ανώτερη ποιότητα των ελληνικών φρούτων και λαχανικών συμβάλλουν στην ενδυνάμωση της ελληνικής παρουσίας των συγκεκριμένων προϊόντων στη ρουμανική αγορά.

Καλές προοπτικές για την αγορά γεωργικών μηχανημάτων

Η γεωργία συνεχίζει να αποτελεί έναν παράγοντα ανάπτυξης για το μέλλον, αφού αξιοποιείται, προς το παρόν, μόνο το ήμισυ των διαθέσιμων αγροτικών εκτάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για εμπορεύσιμες εκμεταλλεύσεις αγροτικών προϊόντων. Η αγορά της Ρουμανίας αποτελεί μία αγορά με μέλλον για τα αγροτικά μηχανήματα, δεδομένης της έλλειψης μηχανημάτων στην χώρα. Σήμερα, η Ρουμανία παράγει μόνο μικρά μηχανήματα για εργασίες στα χωράφια και μερικά μηχανήματα άρδευσης, με αποτέλεσμα όλα τα υπόλοιπα γεωργικά μηχανήματα να εισάγονται.

Κατά την περίοδο 2014 – 2020, η γεωργία και ο τομέας τροφίμων της Ρουμανίας αναμένεται να απορροφήσουν περίπου 1,4 δισ. ευρώ από τα κοινοτικά ταμεία, με στόχο τις επενδύσεις στον τομέα παραγωγής. Παράλληλα με τις επενδύσεις σε γεωργικά μηχανήματα, κτηνοτροφικές μονάδες και μηχανολογικό εξοπλισμό, οι τομείς που θα επωφεληθούν, στο πλαίσιο του νέου προϋπολογισμού, είναι:

  • Φρούτα : 260 εκατ. ευρώ για την επαναφύτευση δένδρων και 40εκατ. ευρώ για την επεξεργασία
  • Άρδευση : 325 εκατ. ευρώ
  • Βιολογική καλλιέργεια : 200 εκατ. ευρώ

Μόλις 9% ΦΠΑ για γεωργικές εισροές

Η Ρουμανία αποτελεί πρόσφορο τόπο ανάπτυξης αγροτικών επιχειρήσεων, καθώς διαθέτει ευνοϊκό φορολογικό περιβάλλον, ιδιαίτερα για ορισμένα προϊόντα. Ενδεικτικά, μπορεί να γίνει αναφορά στον ενιαίο φόρο 16%. Επίσης, ισχύει ΦΠΑ 9% για το σιτάρι, τη σίκαλη, το αλεύρι σίτου, το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα, ενώ από την 1η Αυγούστου 2016, τέθηκε σε ισχύ η μείωση του ΦΠΑ από 20% σε 9% για αρκετά γεωργικά προϊόντα, όπως λιπάσματα, φυτοφάρμακα, σπόρους, ζιζανιοκτόνα και άλλα γεωργικά προϊόντα που προορίζονται για σπορά ή φύτευση.

Η σιταποθήκη της Ευρώπης

Η Ρουμανία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες χώρες παραγωγής σιτηρών στην Ευρώπη και χαρακτηρίζεται ως «η σιταποθήκη της Ευρώπης». Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι η Ρουμανία εξήγαγε 5.059 τόνους σιτάρι (υψηλό 5ετίας) παραγωγής 2013-2014, ποσότητα αυξημένη κατά 81% σε σχέση με την προηγούμενη σοδειά.

Το διεθνές ενδιαφέρον για επενδύσεις στη Ρουμανία αυξήθηκε κατά την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα με την εισδοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007. Αυτό επέφερε αύξηση στις τιμές πώλησης της γης, οι οποίες υπερδιπλασιάστηκαν από το 2007 έως το 2012, σύμφωνα με έρευνα της DTZ Echinox. Ωστόσο, οι τιμές που διαμορφώνονται στα 2.000-6.000 € ανά εκτάριο είναι ακόμα πολύ μικρότερες από εκείνες των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, ακόμα και από των νεοεισερχόμενων (πχ Πολωνίας). Ως εκ τούτου, μια σταθερή αύξησή τους είναι αναμενόμενη. Η Ρουμανία, τέλος, διαθέτει μεγάλη ποικιλία καλλιεργειών. Αυτό οφείλεται αφενός στις διάφορες κλιματικές ζώνες και αφετέρου στο πολύ εύφορο »μαύρο» χώμα (»chernozem»), που καλύπτει περίπου το 60% της επιφάνειας του εδάφους.

 

πηγή: http://www.ellinikigeorgia.gr/

Με την υποστήριξη του Agropen
http://agropen.gr/
No Comments Yet

Comments are closed